ΠΝΥΚΑ
Ιγνάτης Ψάνης
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
Ό μεγαλύτερος θεσμός της ελληνικότητας στην Αθήνα, στη Σάμο και στη Σπάρτη, ήταν ή Εκκλησία του Δήμου.
Η λέξη «εκκλησία» σημαίνει συνέλευση των πολιτών τακτικώς συγκαλουμένων, νομοθετική συνέλευση, κατά αντίθεση προς τον απλό Σύλλογο.
Η συνέλευση όλων των πολιτών, που θεσπίστηκε από τον Σόλωνα μαζί με τη βουλή είχε τη δύναμη να κάνει ψηφίσματα αλλά όχι και νόμους. Και να εκλέγει τους μη δια κλήρου εκλεγμένους άρχοντας. Οι συνήθεις συνελεύσεις ονομάζονταν κύριαι, οι έκτακτες σύγκλητοι.
Ή συνέλευση του Λαού είχε την υπέρτατη εξουσία. ούτε οι άρχοντες, ούτε τα αξιώματα. Οι άρχοντες – αξιωματούχοι ήσαν και είναι υπηρέτες του σώματος όλου του λαού. Γι’ αυτό πολιτειακά μιλούμε για «υπουργούς», δηλαδή υπηρέτες, και εκκλησιαστικά για διακόνους (πάλι υπηρέτες). Εκκλησία είναι ή σύναξη, συνέλευση του σώματος, του Λαού.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Από την Εκκλησία του Δήμου περάσαμε στην Εκκλησία του Χριστού.
Στην καινή διαθήκη και στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς η εκκλησία του Χριστού, άλλοτε είναι το άθροισμα των πιστών, άλλοτε ο τόπος της συνάθροισης, γαλλικά eglise.
Ο όρος «εκκλησία» που διάλεξε ο Χριστιανισμός, για να δηλώσει την ιστορική υπόστασή του, υπενθυμίζει και πάλι την πολιτική ζωή των Ελλήνων.
Οι χριστιανοί συμπληρώνουν: «εκκλησία του Θεού» ή «εκκλησία του Χριστού», δηλώνοντας ότι η πηγή της δικής τους Εκκλησίας δεν είναι ο δήμος, αλλά ο Θεός.
Ο όρος έγινε απόλυτα δεκτός, γιατί στο ελληνιστικό κλίμα γεννήθηκε και οργανώθηκε η Εκκλησία του Χριστού.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ-ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Στο ίδιο πνεύμα κινούνται κοινωνικά και τα δυο μεγέθη. Από την Εκκλησία του Δήμου, πού κυρίαρχο λόγο είχε ή νομική απαρτία στη λήψη αποφάσεων, περάσαμε φυσικά και αβίαστα στην Εκκλησία (σύναξη) του Σώματος του Χριστού, που έχει εγκυρότητα μόνο με την (πνευματική) παρουσία του Χριστού (πνευματικά, δηλαδή, και όχι νομικά).
Ή συνάντηση Ελληνισμού -Χριστιανισμού αρχίζει στην Παλαιστίνη τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Ή Παλαιστίνη είχε πλήρως εξελληνισθεί και κυρίως το βόρειο τμήμα της, «Γαλιλαία των Εθνών», ήταν καθαρά ελληνική, με πολλές ελληνικές πόλεις.
Ό Απόστολος Παύλος ήταν ό μεγαλύτερος ελληνιστής του 1ου αιώνα. Ό Χριστός, άλλωστε, όπως και οι μαθητές Του, μιλούσαν και ελληνικά. Και αυτό φαίνεται στο 12ο κεφ. του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, στη συνάντηση του Χριστού με τους «Έλληνες», πού θέλησαν να Τον δουν. Τότε είπε ό Χριστός το περίφημο εκείνο: «έλήλυθεν ή ώρα, ίνα δοξασθή ό Υιός του Άνθρωπου» (Ίωάν. ιβ’, 23). Δηλαδή ήλθε ή στιγμή να αποκαλυφθεί και φανερωθεί ό Θεάνθρωπος (υιός ανθρώπου, δηλαδή άνθρωπος, χαρακτηρίζεται ό Μεσσίας από τον προφήτη Δανιήλ).
Την έννοια της διακονίας (για «λειτουργίες» στον δημόσιο βίο μιλούσαν και οι αρχαίοι Αθηναίοι ως την ύψιστη μορφή υπουργίας και διακονίας προς το κοινωνικό σύνολο). Στην εκκλησιαστική γλώσσα κάθε έργο που αναφέρεται στο σύνολο, τον λαό του Θεού, ονομάζεται διακονία. Πρώτος διάκονος της πίστεως μας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αλλά και στην πολιτική -πολιτειακή ζωή μας αυτός που διακονεί τον λαό λέγεται υπουργός ( υπό-έργον), δηλαδή υπηρέτης του λαού.
Κυριολεκτικά, όμως, επικρατεί το ελληνικό στοιχείο στην Εκκλησία του Χριστού μετά το 70 μ.Χ., μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τον αυτοκράτορα Τίτο της Ρώμης και την εξάπλωση του πληθυσμού των Ιεροσολύμων. Ο Ελληνισμός κατισχύει αστασίαστα με τη γλώσσα, την παιδεία, τον ζήλο του.
Όλα τα διαχρονικά στοιχεία του Ελληνισμού ενσωματώνονται στην Εκκλησία μέσω των Άγιων Πατέρων της.
Από τη δημοκρατία των Ελλήνων οδηγηθήκαμε στην ισοτιμία και ομοτιμία όλων στο σώμα του Χριστού.
