Στέλλα Καρνά
Μια φουρά λέιγ ήνταν ένα μικρό μουρό ίσαμι δυό χουρνώ, που δεν ίλιγι ακόμα τα λουγέλια τ΄ καθαρά. Ας πούμι πους του λέγαν Γιουργέλ.
Μια μέρα μόλις γύρσι ι πατέρας ιτ απ’ τη δλειά, πλάλξι κουντά τ’ να τουν δώσ’ ραπόρτου.
«Είδα γο! Είδα γο!»
«Τί είδις μουρό μ’»
«Είδα γο!»
Γυρίζ’ στη γναίκα τ’ τσι ντ ρουτά.
«Τί είδι του μουρό;»
«Ε ξέρου…τι είδι;»
«Τί είδις μουρέλ ιμ ξαναπέτου»
Ξανά μανά του Γιουργέλ… ’’είδα γο!’’
Ήμπαν ψύλ στ’ αυτιά τ’ αντρού…γυρί λουγιάζ τη γναίκα τ’ άγριγια.
«Του μουρό είδι πράμα…για να λέιγτσι να ξαναλέιγ, είδα γω είδα γω, κάτ είδι.Τί είδι λέγι. Ποιός ήρτι μεσ’ στου σπίτ;»
«Δεν ήρτι κανείς, βρε άθριπι!»
«Κιαρατά κορ’… σκατουδλειά εχ’ς καμουμέν! Ποιόν ίβαλις μεσ’ στου ’ σπίτ;»
«Κστιανέ μ’ έλα μι τα σουστά σ’…ούτι ήρτι κανένας ούτι είδα κανέναν.»
Γρίνια στη γρίνια κάθι μέρα, καυγά στου καυγά, φτάξαν στα δικαστήρια!
Αφού άκσι ι δικαστής του πιριστατικό, έστλι να φουνάξιν ένα μουρό πιο ξιπιταμένου, που να μπουρεσ’ να καταλάβ τι λέιγ του μικρούτσκου.
Του Παναγιουτέλ φερ’ ειπείν ανέλαβι να καν’ ντ μιτάφρασ’!
«Τι είδις Γιουργέλ;»
«Είδα αγό!»
«Είδις λαγό;»
«Ναι, αγό!»
«Είχι τσι ματέλια;»
«Ναι είκι ματέλια!»
«Είχι τσι αυτέλια;»
«Ναι είκι ατέλια μάλααα!» (μεγάλα)
«Είχι τσι ουρά;»
«Ναι, ουλααά!»
Ιξιριτικός διιρμινέας του Παναγιουτέλ…να ’νει καλά του μουρό, τσι έδγις γλύτουσι τ’ χουρσιά τ’ αντρόγνου!
Άντι να γυρεύγατι τώρα απί ντ Artificial Intelligene (AI) πληρουφουρίις για τ’ Γιουργέλ του ‘’είδα γο’’ ! Ούτι που να του σκιφτούτι…
Τσι άμα καμιά φουρά σας πει του μουρό σας ‘’είδα γο’’ μη πα ι νου σας στου κακό.
Βγούτι στου κυνήγ τσι βρούτι τουν τουν άτιμου να τουν κάνιτι στιφάδου!
