…Κάποιοι….. Κάπου… Κάποτε…[‘Οταν ο Πολιχνίτος προβάλονταν στο Κολλέγιο Αθηνών]

Ιγνάτης Ψάνης

Μας συγκίνησε το άρθρο του Παναγιώτη Καρατζάνου,  όταν το δημοσιεύσαμε στον “ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ” και το πρωτοδιαβάσαμε. Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου των Κ. Κουκούλα, Τ. Κατερίνη το αναδημοσιεύουμε. Κιβωτός πηγαίων, αυθόρμητων συναισθημάτων, αγάπης και υπερηφάνειας ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ.

Του Παναγιώτη Καρατζάνου
Εκπαιδευτικού Κολλεγίου Αθηνών

Η πρόταση έγινε τον περασμένο Ιούλιο στην παραλία της Νυφίδας, από τον Κ. Κουκούλα, η αγάπη του οποίου είναι γνωστή για το χωριό μας. Η συζήτηση δεν κράτησε ούτε δύο λεπτά.

-«Θα ήθελες να σου δώσω φωτογραφίες από τον παλιό Πολιχνίτο και να κάνεις μία παρουσίαση στο σχολείο σου, το Κολλέγιο Αθηνών;» μου είπε.

Πρέπει να γίνει μία ολόκληρη κατάθεση ψυχής, που δεν το κρίνω απαραίτητο αυτή τη στιγμή, για να δείξω το πόσο με ενθουσίασε αυτή η ιδέα του Κυριάκου, ώστε να μη χρειαστώ ούτε στιγμή σκέψης για την απάντηση.
Από τις επόμενες μέρες άρχισαν κιόλας οι προετοιμασίες. Έγινε επιλογή περίπου 50 παλιών φωτογραφιών, από τις εκατοντάδες που μου έδειξε και άρχισα να τις ταξινομώ σε διάφορες θεματικές ενότητες Όσο και να φαίνεται απλό, η δυσκολία ήταν αρκετή, αν σκεφτεί κανείς ότι η όλη παρουσίαση θα απευθυνόταν σε παιδιά δημοτικού και μάλιστα με ένα θέμα πολύ μακρινό από τα συνηθισμένα ενδιαφέροντά τους.
Με την έναρξη του σχολικού έτους υποβλήθηκε η πρόταση στην πολιτιστική επιτροπή του σχολείου μου και δόθηκε ως ημερομηνία παρουσίασης η Παρασκευή 26/1/2018. Ενημερωτικά σας αναφέρω ότι ο πολιτισμός στο σχολείο μου είναι βασική προτεραιότητα και έτσι, κάθε Παρασκευή υπάρχει ώρα πολιτιστικών εκδηλώσεων στο θέατρό μας με ποικιλία θεμάτων, που καθορίζει μία επιτροπή εκπαιδευτικών.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, και ενώ στο μεσοδιάστημα ο Κυριάκος δε σταμάτησε να ενδιαφέρεται για την πορεία του εγχειρήματος, ξεκίνησα το στήσιμό του.
Έψαξα στο διαδίκτυο για φωτογραφίες του σημερινού Πολιχνίτου και κατέληξα στον
τίτλο: «Κάποιοι… Κάπου… Κάποτε…».
Ήθελα να φανεί η διαφορά τού τότε με το τώρα. Η αγωνία μου ήταν μεγάλη, γιατί έπρεπε να κερδίσω την προσοχή ενός δύσκολου ακροατηρίου, που είναι τα μικρά παιδιά. Γνωρίζοντας, μετά από 30 χρόνια εκπαιδευτικής υπηρεσίας, ότι αν από την πρώτη στιγμή δεν τραβήξεις το ενδιαφέρον τους, τα έχεις χάσει, έψαχνα να βρω τον καλύτερο τρόπο προσέγγισής τους.
Έτσι, κατέληξα στο ότι θα έπρεπε να τπροσκαλέσω σε ένα ταξίδι, για να πάμε κάπου, όπου θα γνωρίζαμε κάποιους ανθρώπους, που έζησαν και δημιούργησα κάποτε. Ένα ταξίδι σε τόπο και στον χρόνο. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας έγινε η επεξεργασία των νέων και των παλαιών φωτογραφιών με τέτοιον τρόπο, ώστε σε κάθε διαφάνεια, που θα προβαλλόταν,
να υπήρχαν τα στοιχεία της έκπληξης και του εντυπωσιασμού. Επιλέχθηκε η κατάλληλη τοπική παραδοσιακή μας μουσική, συντάχτηκαν τα απαραίτητα σχόλια και όλα ήταν σχεδόν έτοιμα. Όμως, θεώρησα χρέος μου να πάρω τη γνώμη και τις συμβουλές του κυρίου Τάσου Μακρή, ενός ανθρώπου που ξέρει όσο λίγοι τον Πολιχνίτο και είναι πασίγνωστη η προσφορά και το ενδιαφέρον του γι’ αυτόν.
Επιτέλους, έφτασε η μέρα των παρουσιάσεων. Τα 950 περίπου παιδιά του Μποδοσακείου, χωρισμένα σε τρεις ομάδες (Α,Β τάξη, κατόπιν Γ, Δ τάξη και τέλος Ε, ΣΤ τάξη) γέμισαν το αμφιθέατρο σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Τρεις διαφορετικές παραστάσεις σε διαφορετική γλώσσα και με διαφορετική αγωνία στην καθεμιά. Ζήτησα από τους τρεις υποδιευθυντές, που πάντα κάνουν μια εισαγωγή, να μην αποκαλύψουν το περιεχόμενο της
παρουσίασης. Όταν έκλεισαν οι προβολείς, ζήτησα από όλους, μικρούς και μεγάλους, να μπουν στη χάρτινη βαρκούλα, που προβαλλόταν αρχικά στην οθόνη και να με ακολουθήσουν σε ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι με κωπηλάτη την ψυχή και καπετάνιο τη φαντασία μέσα στα γαλανά νερά του Αιγαίου.

Τους οδήγησα στον Πολιχνίτο από δύο διαφορετικούς δρόμους: από το λιμάνι της Μυτιλήνης αλλά και από τις παραλίες της Νυφίδας και της Σκάλας. Περπατήσαμε στα λιθόστρωτα σοκάκια και θαύμασαν ό,τι όμορφο μπορεί να συναντήσει κανείς στον σημερινό Πολιχνίτο με έμφαση στα αρχιτεκτονικά του αριστουργήματα, που δυστυχώς δεν έχουν την προβολή που
τους αξίζουν. Είδαν το καμπαναριό του Άι- Γιώργη, το Δημοτικό Σχολείο, την καμινάδα
του Πολύκεντρου, τις θερμές πηγές, ελαιοτριβεία, τις αλυκές και μαγεύτηκαν από τις πέτρινες λεπτομέρειες των σπιτιών. Δεν ακουγόταν ψίθυρος. Σημάδι ότι όλα πήγαιναν καλά. Τα συναισθήματά μου εκείνες τις στιγμές ήταν πρωτόγνωρα. Το εντυπωσιακό ήταν ότι, από τα σχόλια μικρώνκαι μεγάλων στο τέλος των παρουσιάσεων, φάνηκε πως αυτά είχαν αποκαλυ-
φθεί.

-«Με ποσό καμάρι, κύριε, προφέρατε τη φράση: Αυτό είναι το Δημοτικό Σχολείο
του Πολιχνίτου, το Σχολείο μου!» μου είπε μια μαθήτριά μου.
-«Μας έκανες να νιώθουμε ότι περπατάμε μαζί σου και να στεκόμαστε αποσβολωμένοι μπροστά σε κάθε σπίτι.» παρατήρησε κάποιος συνάδελφός μου εντυπωσιασμένος.
Όμως η συνέχεια ήταν ακόμα πιο συναρπαστική. Το ταξίδι στο παρελθόν άρχιζε μέσα από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Τώρα πια δεν υπήρχε η απόλυτη σιωπή, αλλά συχνά τα παιδικά επιφωνήματα θαυμασμού με διαβεβαίωναν ότι αυτά που έβλεπαν, όχι απλώς δεν τους  ήταν αδιάφορα, αλλά, ας μου επιτραπεί η διαπίστωση, τα είχαν ανάγκη. Η μία έκπληξη διαδεχόταν την άλλη.

Από τη φωτογραφία με τα ξυπόλυτα παιδιά του σχολείου το 1926, ως τη φωτογραφία με τον ξυπόλυτο άλτη σε άλμα επί κοντώ στον Λίβαδο. Από τις μαθήτριες του ωδείου Πολιχνίτου, ως τις μαθήτριες της σχολής Singer στον Πολιχνίτο. Από τη νύφη που πήγαινε στην εκκλησία με συνοδεία μουσικής μέσα από τον κακοτράχαλο δρόμο, ως τις ορχήστρες με τους παλιούς μουσικούς μας. Από τους ξυπόλυτους ανθρώπους της γης και του μόχθου, ως τον οδοντογιατρό εκείνης της εποχής. Από τον αγωγιάτη με τον αραμπά, ως τον τελευταίο καραβομαραγκό. Από τα ανέμελα παιδιά που έπαιζαν στην παραλία με τις αυτοσχέδιες τενεκεδένιες βάρκες τους, ως το τσούρμο των παιδιών γύρω από τον παγωτατζή.
Στο τέλος της τρίτης παρουσίασης προς τα μεγαλύτερα παιδιά, που είχε παρευρεθεί και ο Κυριάκος, απηύθυνε έναν σύντομο χαιρετισμό.

Στην ερώτηση του:

-«Τι σας άρεσε περισσότερο;» η αυθόρμητη απάντηση που εισέπραξε ήταν: «Όλα».
Τις επόμενες ώρες και μέρες τα σχόλια και οι ατάκες των συναδέλφων εκπαιδευτικών δεν έλειψαν.
-«Τώρα καταλάβαμε γιατί μας λες ότι το ούζο δεν έχει την ίδια γεύση στην Αθήνα».
-«Μας καθήλωσες με τις λεπτομέρειες και τις ομορφιές του άγνωστου για μας τόπου
σου».
-«Γιατί όλος αυτός ο κρυμμένος θησαυρός δεν αναφέρεται στους τουριστικούς
οδηγούς;»
-«Έχω έρθει στο νησί σου, αλλά κανείς δε μου υπέδειξε να επισκεφτώ τον Πολιχνίτο «Τι τυχερός που πρέπει να νιώθεις με τέτοιο πολιτιστικό παρελθόν!»

Όμως το πιο συγκινητικό ήταν ο αυθορμητισμός των παιδιών, ακόμα και αυτών που δεν είναι μαθητές μου.
-«Πολύ ωραία ήταν, κύριε.» είπαν κάποια βιαστικά στον διάδρομο.
-«Σίγουρα θα μας κεράσετε αναψυκτικό Κρυστάλ, όταν σας επισκεφτούμε;» συμπλήρωσε το πειραχτήρι της παρέας.
-«Αλήθεια φτιάχνατε και σεις βαρκούλες με τενεκέ;» απόρησε μια μαθήτρια.
-«Γιατί παιδεύονταν τόσο πολύ οι πρόγονοί σας να πελεκούν τις πέτρες;» ανα-
ρωτήθηκε κάποια άλλη.
-«Εγώ θα πω στους γονείς μου να επισκεφτούμε το νησί σας και να τα γνωρίσουμε όλα αυτά από κοντά.» με διαβεβαίωσαν πολλά.

Δεν ξέρω αν όλα τα παραπάνω, αλλά και όσα άλλα θετικά άκουσα, ήταν από ευγένεια ή γιατί πραγματικά τους άρεσε το ταξίδι στον Πολιχνίτο. Γνωρίζω όμως με σιγουριά ότι εμένα μου προσέφερε μία ανείπωτη χαρά, που δύσκολα θα ξεχάσω.
Όταν, ακούγοντας το παραδοσιακό μας μουσικό κομμάτι «τα ξύλα», τα παιδιά
άρχισαν αυθόρμητα να χτυπούν ρυθμικά τα χεράκια τους, η συγκίνησή μου έφτασε στο κατακόρυφο.

Όλη αυτή η προσπάθεια δεν ήταν τίποτε άλλο παρά απλά η εκπλήρωση ενός μέρους του χρέους μου προς τον Πολιχνίτο. Η ικανοποίηση μιας ψυχικής ανάγκης: να παρουσιάσω τον τόπο που γεννήθηκα και μου έδωσε πνοή στον χώρο που εργάζομαι και μου δίνει ψωμί τόσα
χρόνια.