Φίλε καλέ μου Ναζωραίε, λυτρωτή,
σε βλέπω πάλι στον σταυρό προσηλωμένο,
στέκω και δέξε με και την φορά αυτή
από το βάρος τής ψυχής γονατισμένο.
Όλο πληθαίνουν τα δεινά τής βιωτής,
θέλω ν’ αγιάσω, δεν μ’ αφήνουν οι καημοί μου,
σε έναν κόσμο αδικίας και οργής,
μέρος αυτής είμαι κι εγώ, κι αυτό αλί μου!
Με το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν»,
που είπες τότε, και «αράτω τον σταυρό του»
να τον σηκώνει και πιστά ν’ ακολουθεί
για σωτηρία τής ψυχής και για καλό του,
μόνο οι «μάρτυρές» σου, τίμησαν αυτό,
την αντοχή αυτή που είχαν την δική σου,
οι «σταυρωτές» οι τωρινοί έχουν στρατό,
πιο στυγεροί και ειδεχθείς τής εποχής σου.
Οι Γολγοθάδες με στημένους τούς σταυρούς
και με αθώους και «Χριστούληδες» απάνω,
σε χαλεπούς έχουν πυκνώσει πια, καιρούς,
τα ζεις, τα βλέπεις, να στα πω… τι να το κάνω!
Κι αυτό το «πάτερ άγιε άφες αυτοίς…»
που είπες, και «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»,
λάσκα…τούς άφησες και γίναν πιο θρασείς,
κι «αντάρα» γίναμε παντού «μαυρίλα, πούσι»!
Θέμε δεν θέμε, όλοι γίναμε… εσμός
μεγάλοι και μικροί, οργής και μίσους όλοι,
απ’ την ισιάδα τού καλού, ολοταχώς…
στής αμαρτίας το φριχτό αραξοβόλι!
Συμπάθα με γι’ακόμα πάλι μιά φορά,
ηρέμησέ με κι άφησέ με να προσμένω
τών αρετών κι αδερφοσύνης την χαρά,
να σ’ έχω μέσα μου για πάντ’ αναστημένο!
Βαγγέλης Χατζημανώλης
