«Νύχτα των κρυστάλλων» στον Πολιχνίτο – H πιο ντροπιαστική σελίδα της ιστορίας του τόπου μας

Η Ζαχαρούλα Κρικλάνη

Σεβαστός Μοιρασγεντής – Κυριάκος Κουκούλας

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες 79 χρόνια από την πιο ντροπιαστική μέρα (… ή καλύτερα νύχτα) στην ιστορία του Πολιχνίτου, και με αφορμή την απώλεια, το περασμένο καλοκαίρι, του Γιώργου Κρικλάνη, η οικογένεια του οποίου πλήρωσε αδιανόητο τίμημα σε εκείνα τα γεγονότα, είπαμε ως φόρο τιμής στην οικογένειά του να τα μνημονεύσουμε, και με την ευκαιρία να αναδείξουμε ξεχασμένους ήρωες του χωριού μας. Για όσους δε αναρωτηθούν, τι θέλουμε και τα σκαλίζουμε τόσα χρόνια μετά, θεωρούμε ότι ένα τέτοιο επώδυνο ταξίδι στο παρελθόν είναι ο μόνος δρόμος για μια κοινότητα να ξεπεράσει διχασμούς του παρελθόντος και να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον.

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1946 και όπως σε όλη την Ελλάδα μαίνεται και στα βουνά της Λέσβου ο εμφύλιος πόλεμος. Έτσι, την Πρωτοχρονιά του 1947 στη θέση «Κόκκινη Ράχη» Αγιάσου ένα τμήμα ανταρτών με επικεφαλής το Δημήτρη Πιταούλη διαλύει σε ενέδρα δύναμη χωροφυλάκων και μάυδων που τους καταδίωκε, σκοτώνοντας πέντε από αυτούς. Τις επόμενες μέρες, ξεσπούν μαζικά αντίποινα των κυβερνητικών δυνάμεων, όχι όμως εναντίον ανταρτών, αλλά πολιτών της Αγιάσου και, κυρίως, του Πολιχνίτου, που κατά την γερμανική κατοχή είχαν συμμετάσχει στην εθνική αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Σε ένα πρωτοφανές για τα Λεσβιακά χρονικά πογκρόμ, έξαλλοι οπαδοί της ακροδεξιάς στον Πολιχνίτο σπάνε δεκάδες μαγαζιά Εαμιτών, πυροβολούν τα σπίτια τους, δέρνουν δημοκρατικούς πολίτες, και δολοφονούν μέσα στο σπίτι τους τη Ζαχαρούλα και την Κατερίνα Κρικλάνη, κόρη και σύζυγο αντίστοιχα του στελέχους του ΕΑΜ και προέδρου της κοινότητας Πολιχνίτου κατά την Εαμοκρατία, Παναγιώτη Κρικλάνη (Στυλέλη). Η ναζιστική αρχή της συλλογικής ευθύνης ξανά σε εφαρμογή, αυτή τη φορά στη Λέσβο.

 

Παναγιώτης Κρικλάνης                                 Κατερίνα Κρικλάνη

Να πώς περιγράφει τα γεγονότα ο Χαρίλαος Καρατζάνος (θύμα και αυτός εκείνης της βραδιάς) στα “Πολιχνιάτικα Ιστορήματα” και στο σχετικό κεφάλαιο, που αφιερώνει στην οικογένεια Κρικλάνη:

«…πρωί της Τρίτης Γενάρη του 1947, οι πληρωμένοι τραμπούκοι της … “εθνικοφροσύνης”, πλαισιωμένοι με πορωμένους κι’ αδίστακτους πλιατσικολόγους  μεθοκοπούν, χασισοπίνουν. Προκαλούν, δέρνουν, φοβερίζουν. Και γέρους ακόμα, σαν τον Στρατή Κατατριώτη, τον Λαμπούση και άλλους. Από βραδύς στο αστυνομικό τμήμα, σακάτεψαν, τους Δ. Ζορμπά, Δ. Αλάνη-Πανσεληνά και ξυλοκόπησαν δεκάδες. Ο αστυνομικός σταθμάρχης φεύγει επιδεικτικά, χοντροκομένα. Για “υπηρεσία”. Έχει άλλοθι ο άνθρωπος. Τ’ απόγευμα, μαστουρομένοι, με χοντρές μαγκούρες, και έξαλλες φωνές, απειλές, θάνατο στους εαμοβουλγάρους, περικυκλώνουν τα λεωφορεία, στο σταθμό, με επικεφαλής χωροφύλακες, ερευνούν δήθεν για να κατάσχουν το ΕΜΠΡΟΣ.

Η πολιτεία νεκρή. Σε λίγα καφενεία, μια μικρή λάμπα στο μπάγκο, φωτίζει αμυδρά, τον καθυστερημένο πελάτη. Η φωτοβολίδα ρίχνεται, και οι εφτάδες πιάνουν τους καθορισμένους στόχους. Το γενικό πρόσταγμα, έχει ο εκπρόσωπος του περιώνυμου Βάλβη, χίτης, που γράφει στα παληά του παπούτσια, τη συντηρητικότητα και έστω σιωπηρή αποδοκιμασία των συνετών νοικοκυραίων της δεξιάς. Θρονιασμένος στο αστυνομικό τμήμα, κινεί τα νήματα της μακάβριας επιχείρησης.

Ορδές περιφέρονται στους δρόμους. Πυροβολούν στα παράθυρα και στις πόρτες. Τα τζάμια των καταστημάτων των Εαμιτών, σπάζονται με τις μαγκούρες. Ραφεία, κουρεία, παπουτσίδικα, μπακάλικα, ψιλικατζίδικα, ρημάζονται, λεηλατούνται. Οι ραπτομηχανές, οι καθρέπτες, τα έπιπλα σπάζονται με σαδιστική μανία. Απ’ τους παρακείμενους δρόμους, φυγαδεύεται το πλιάτσικο. Το πρακτορείο εφημερίδων λεηλατείται και παραδίδεται στις φλόγες.

Απολογισμός: Δύο δολοφονημένες γυναίκες, 35 μαγαζιά λεηλατημένα, ολότελα κατεστραμμένα.»

Η Κατερίνα Κρικλάνη σε ηλικία 42 χρονών πέφτει νεκρή μέσα στο σπίτι της από σφαίρα, που διαπερνά την πόρτα. Με ελεγχόμενο εμπρησμό προσπαθούν να εξαναγκάσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να βγουν έξω από το σπίτι. Ο δωδεκάχρονος τότε Γιώργος Κρικλάνης ξεφεύγει από τους πολιορκητές σε μια απέλπιδα προσπάθεια αναζήτησης βοήθειας. Τους τραμπούκους βγαίνει να αντιμετωπίσει με το λόγο η Ζαχαρούλα, πρωτότοκο παιδί της οικογένειας, στέλεχος της ΕΠΟΝ, εξηγώντας ότι ο πατέρας της δεν είναι εκεί. Την πυροβολούν και την τραυματίζουν. Μεταφέρεται το επόμενο πρωινό στο νοσοκομείο Μυτιλήνης, όπου, λίγο πριν ξεψυχήσει, ονοματίζει τους δολοφόνους της. Ήταν μόλις δεκαεννιά ετών…

Τα γεγονότα του Πολιχνίτου και της Αγιάσου καλύπτουν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μιχάλη Λιαρούτσου «Στη δίνη του εμφυλίου», με ιδιαίτερη αναφορά στην τρομοκρατία που ακολούθησε, στην απαγόρευση εξόδου των Εαμιτών από τα σπίτια τους και στην απαίτηση για υπογραφή δήλωσης μετανοίας μαζικά στο όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης»….

Φυσικά κανένας από τους δολοφόνους και πλιατσικολόγους του Πολιχνίτου δεν λογοδότησε στη δικαιοσύνη. Ήδη στις 18/2/1947 η εφημερίδα «Ελεύθερη Λέσβος» καταγγέλλει ότι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων του Πολιχνίτου όχι μόνο εξακολουθούν να είναι ελεύθεροι, αλλά συνεχίζουν τις προκλήσεις και τις απειλές. Αλλά, ακόμη και σήμερα, 79 χρόνια μετά την τραγική δολοφονία της Κατερίνας και της Ζαχαρούλας Κρικλάνη, η κοινωνία του Πολιχνίτου δεν έχει αρθρώσει μέσα από τα επίσημα όργανά της μια συγνώμη προς την οικογένειά τους. Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για μια τιμητική πλακέτα ή ονοματοδοσία ενός δρόμου… Αλήθεια, τι ντροπή!

Διευκρίνηση ιστορικών όρων

“Νύχτα των Κρυστάλλων”: ο όρος αναφέρεται στο κύμα βίας κατά των Εβραίων, που υποκινήθηκε κυρίως από αξιωματούχους του Ναζιστικού Κόμματος, μέλη των Ταγμάτων Εφόδου και τη Χιτλερική Νεολαία  στις 9 και 10 Νοεμβρίου 1938.
 Πήρε το όνομά της από τα θραύσματα γυαλιών που θύμιζαν κρύσταλλα, όπως ήταν σκορπισμένα στους δρόμους της Γερμανίας την επόμενη ημέρα του πογκρόμ- σπασμένα τζάμια από τα παράθυρα συναγωγών, σπιτιών και από τις προθήκες των εβραϊκών επιχειρήσεων που λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των βίαιων επεισοδίων.
Συνοπτικά, ο όρος χρησιμοποιείται, για να περιγράψει μια νύχτα φανατισμού, χάους, καταστροφής, βίας και εκτελέσεων κατά την οποία αποκαλύπτονται οι ολέθριες  συνέπειες του μίσους, του φανατισμού και της βαρβαρότητας κατά των  “αντιπάλων”.
Χίτες:Τον Ιούνιο του 1941 ιδρύθηκε η «Στρατιωτική Οργάνωσις Γρίβα», η οποία στη συνέχεια (Μάρτιος 1943) έγινε γνωστή και ως «Οργάνωση Χ», ή απλώς «Χ» (για λόγους συντομίας). Τα μέλη της Χ λέγονταν Χίτες.
Η Χ ήταν μια ακροδεξιά και φιλοβασιλική οργάνωση με πλούσια δράση στο χώρο της ένοπλης βίας. Συχνά επέβαλε ένα καθεστώς τρομοκρατίας σε περιοχές της Αθήνας και της επαρχίας και δολοφονούσε μέλη και οπαδούς του ΚΚΕ και του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ (δηλαδή της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης).
Μάυδες: Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ). Παραστρατιωτική ένοπλη οργάνωση, ιδρύθηκε το Φθινόπωρο του 1946. Βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του Γενικού Επιτελείου Στρατού και η οποία με την ανοχή της διοίκησης είχε ανατραπεί σε κράτος εν κράτει.
Οι ΜΑΥδες οργανώθηκαν με σκοπό την περιφρούρηση και την απαγόρευση κάθε κομμουνιστικής δραστηριότητας στις περιοχές τους καθώς και τον έλεγχο των φρονημάτων των κατοίκων, είχαν αναλάβει δηλαδή ένα άτυπο ρόλο φορέα “προστασίας της εθνικοφροσύνης” και χρησιμοποιούνταν από τις αρχές ως πληροφοριοδότες, οδηγοί ή ως τοπικές εφεδρείες.