‘’tips’’ ΓΙΑ ΦΟΥΣΚΟΥΤΕΣ ΚΟΥΛΟΥΡΙΣ ( ΤΣΟΥΡΕΚΙΑ )

Υπότιτλος δικός μας: Το θαύμα…του αντρικού παντελονιού

Στέλλα Καρνά

Η Τούλα ήνταν ριβουνιασμέν μι του Μπάμπη. Χρόνια αγαπιόνταν τσι κάποια στιγμή απουφάγσι ι Μπάμπης τσι πήγι στου νουνό σ Τούλας του Χαρίλου, να ντ γυρέψ.

« Μι τα χαράς μουρό μ! Αλλά θέλου να σταθείς στου λόγου σ’. Μή πας να παίξ τσι να γιλάξ τσι ύστιρα ντ παρατήγς, γιατί πουλύ καλά ξερς, η γι αδιξιμιά μ’ δεν έχ ούτι πατέρα ούτι αδιρφό. Μόνου μια μάνα, που τσι φτή είνι φιλάσθιν. Γι αυτό θέλου να φιρθείς σαν άντρας.»
Δώσαν τα χέρια τσι ούλα μια χαρά! Σνάξαν να κάνιν τσι του γάμου, σ’ δικαπέντι σ Λαμπρής (των Μυροφόρων) για να μή μπινουβγαίν ι γαμπρός μες στου σπίτ ντουν πουλύ τσιρό τσι πιάσιν τα στόματα να σαματεύγιν.
Ήνταν λοιπόν Μιγάλ Βδουμάδα τσι οι γναίτσις κάναν τα λαμπριγιάτκα τα κουλούρια. Έτσεινα τα χρόνια ήρτι η μόδα στου χουριό μας να κάνιν τσι κουλούρις (τσουρέκια).
Απί όσις καταπιαστήκαν, σ’ Ρηνιώς ήνταν οι πιο πιτυχιμένις.
Πα η Τούλα ανοίγ ντν αξώπουρτα τ’.
«Ω θειά Ρηνιώ, πέ μι τίλιγια σ’ έκανις σ κουλούρις να κάνου τσι γω να πάγου στ πιθιρά μ’.»
Ντν αγνάτσι του Ρηνιώ τί υλικά θα παρ τσι τίλιγια θα καν ούλ ντ διαδικασία.
Πιάσι του απόγιμα του προυζύμ η Τούλα, αργά κατά σ έντικα του βραδ ζύμουσι τσι έπισι να τσοιμηθεί. Σκώνιτι του προυί τί να δει! Η ζύμ δεν ήνταν ανιβασμέν. Αμ τώρα τί να καν; Πιάσι έπλασι σ κουλούρις ….πιρίμινι πιρίμινι … τίπουτα. Δεν ανιβαίναν.
Σκέφτσι να ανάψ του φούρνου να βαλ τα ταψιά πα τσι φουσκώσιν. Τουν έκλεισι καλά τσι άμα τουν ξέφραξι φτο που είδι δεν ήνταν κουλούρις . Μιγάλου μέγιθους τγανίτις ήνταν… σαν αραπνούδις!
Να παλαβουθεί του ήρτι του κουπιλούδ. Τόσα έξουδα τόσους κόπους τσι θα τα φαν οι γιόρθις;
Παγαίν στου Ρηνιώ κλιαμέν.
«Ω θειά Ρηνιώ! Κρίμας … κρίμας! Ένι πιτύχαν οι κουλούρις ιμ …σ’ έκαψα τσι όλας. Αφού τα έκανα σα που μι τα είπις γιατί δε μι πιτύχαν μένα; »
«Σώπα, σώπα! Μή στιναχουριέσι κουπιλδέλ ιμ.
Θα πάγου γω στου μπακάλκου να πάρου τα υλικά, για να μή σι δουν που θα ξαναπάς δεύτιρ φουρά τσι σι ρουτούν τα χαλνάρια.
Δώσι προυσουχή τώρα: Θα ανάψ του μαγκάλ γιατί πρέπ να είνι ζιστά. Μόλις ζμώιγς θα στσιπάιγς ντ κούπα μι μια μισάλα, ύστιρα θα ρίξ μια κουβέρτα καμιλό διπλή τσι απού πάνου… θα σι πω τι κάνου αλλά φτο ε θα του πεις πουθινά γιατί θα μας γιλούν… έρξα του παντιλόν τ’ Στέλιου τ’ αντρού μ.»
«Θέλ τσι παντιλόν;»
«Ναι… τσι είπα μες στου νουμ. Σα που σκώνιτι του… του κακό τ’ Στέλιου μ’ να σκουθεί τσι η ζύμ!»
Σι μπιλάδις ντν ίβαλι ντ καημέν ν Τούλα. Τί να καν; Τίλιγια να γυρέψ παντιλόν απ’ του ριβουνιασκό. Τί θα σκεύγουνταν φτος; Να νουμίζ τσι όλας πους ήθιλι να τουν καν μάγια; Όλ ντ νύχτα ένι μπόρισι να τσοιμηθεί, αλλά του τρόπου να πάρ του παντιλόν τουν ήβρι. Ε καλά τώρα! Γναίτσις είπαμι για! Κόβγ του μυαλό!
Πέρασι μι ντν αύριγιου ι Μπάμπης, να πει μια καλημέρα στου κουρίτσ.
«Να σι βγάλου ένα κουνιάκ; »
«Ε θέλου φχαριστώ, είνι μισμέρ θα πάγου να φάγου.»
«Ε τίλιγια μαθέ, έδγις ξηρός;»
Έλα ντε! Έδουνα κατάστρουνι όλ ντ νύχτα τα σχέδια η Τούλα, θα μας τα χαλάσ’ ι Μπάμπης τώρα;
Παίρν του δίσκου η Τούλα μι τα δυό τα χέρια, που τουν είχι έτοιμου βέβια απί νουρίς τσι ικτός απί του κουνιάκ είχι τσι ένα πουτήρ νιρό γιμάτου τσακ απάνου. Μόλις πήγι κουντά στου Μπάμπη άφσι του διξί του χέρι τ’ απί του δίσκου, για να χαδέψ τάχα μ ντ φαβουρίτα τ Μπάμπη. Γέρνιν τα πουτήρια απί μια μιριά γκουζντρουλίσαν τσι κατιφτείαν προυσγειουθήκαν πού αλλού… μες ντ πουδιά ντ Μπάμπη. Ούλα προυμιλιτιμένα!
«Ώχου! Μι του συγνώμη! Ε ντου ήθιλα!»
«Ε μπειράζ!»
«Πειράζ… πώς δε πειράζ! Τίλιγια θα βγεις να σι δουν μι μλιασμένου παντιλόν! Πιρίμινι να πιταχτώ μια στιγμή στ μάνα σ’ να μι δώσ’ ένα άλλου παντιλόν, να αλλάξ!»
Καταλάβατι; Μι του τσάπ (με κόλπο) του πήρι του παντιλόν! Τσι είχαν μια ιπιτυχία οι γι άτιμις οι κουλούρις… τσι καμάρουνι πια η Τούλα!
«Ω θειά Ρηνιώ να είσι καλά που μι του είπις του μυστικό!»
Τώρα, έδιου που τα λέμι, του μαγκάλ τσι η φουφού δλεύγαν στου φούλ μες στου κουζνέλ ντουν για να είνι ζιστά… τσι ανιβήκαν οι κουλούρις. Αλλά η Τούλα θιώρσι πους του θάμα του έκανι του παντιλόν τ’ Μπάμπη!
Γι αυτό λοιπόν φιλινάδις, για να μήν έχιτι άγχους… μή τυχόν τσι ε σας ανιβεί η ζυμ, ξέριτι τώρα… του παντιλόν τ’ αντρού σας! Ιγγυημέν συνταγή απ του Ρηνιώ!
Στέλλα Καρνά