Πολλά τα χωριά στην Λέσβο, ποικίλα και κάποια έθιμα, αλλά και με μικρές διαφορές από χωριό σε χωριό, ή και όμοια, όπως τα παρακάτω σταχυολογημένα, για το φετινό μας αφιέρωμα.
Οι προετοιμασίες για τον ερχομό τής Μεγάλης Εβδομάδας
άρχιζαν από την Βαγιοβδομάδα και πριν, κύριο μέλημα κάθε νοικοκυράς. Συγύρισμα στα σπίτια, και το απαραίτητο ασβέστωμα (ασβέστης με λουλάκι ανάμεικτο σε έναν ασπρογάλαζο ελαφρύ υπέροχο χρωματισμό), στα πεζούλια και στα κατώφλια, κι ένα γύρω στην αυλή. Λουλουδιασμένες γλάστρες στην σειρά, κι όσες ήταν τενεκεδένιες (από γκαζοτενεκέδες) ασβεστωμένοι κι αυτοί με τα γεράνια, τις βιόλες και τούς κρίνους, τις «πάπιες» (είδος κρίνου) και τα «δρισαχιά». Μοσκοβολούσαν τότε όλες οι γειτονιές ασβέστη.
Από την Μ. Δευτέρα μέχρι και την Μ. Πέμπτη το απόγευμα, το κάθε σπιτικό παράλληλα με τα θρησκευτικά καθήκοντα πρωΐ και βράδυ στην εκκλησία, είχε και τον φόρτο τής προετοιμασίας που απαιτούσε το πνεύμα και το κλίμα των επόμενων ημερών με την κορύφωση του Θείου Δράματος και τη αναμενόμενη με λαχτάρα Ανάσταση.
Σε εγρήγορση οι νοικοκυρές να φτιάξουν τα τσουρέκια «τς κλούρις τσι τα κλουρέλια», να τα πετύχουν στο ζύμωμα και στο ψήσιμο και στην γεύση βέβαια, μπογιές με φυσικά χρώματα από διάφορα βότανα, κρεμμυδόφλουδα κ.λ.π. και σχέδια «καλουπέλια τσι χαλκουμανίις για τα κότσνα τ αυγά», πήγαινε-έλα και στα μπακάλικα τα παιδιά για διάφορα είδη και μπαχαρικά, κι ο κάθε νοικοκύρης τού σπιτιού επιφορτισμένος με το σφάξιμο τού αρνιού και σε ό,τι άλλο χρειαζότανε το λαμπριάτικο τραπέζι.
Το ντύσιμο και παπούτσωμα των παιδιών να φορέσουν τα λαμπριάτικά τους, ήταν το κύριο μέλημα των γονιών, δεν τους ένοιαζε για τον εαυτό τους, όσο για τα μικρά, να βγουν στην γειτονιά, να παν στην εκκλησιά καθαρά και νοικοκυρεμένα, τα κορίτσια με τα ανοιξιάτικα φουστανάκια τους, τις κορδέλες στα μαλλιά, τ’ αγόρια με τα παντελονάκια τα κοντά και τα καινούργια παπούτσια από βακέτα χοντρή και «καλιουκάρφια» ενίοτε από κάτω να αντέχουν οι σόλες.
Αυτά βέβαια ήταν έντονα από την Κατοχή και μετά, μέχρι και το 1950 που άρχισε σταδιακά να στρώνει κάπως η κατάσταση.
Αυτοσχεδίαζαν τότε στην Κατοχή οι μανάδες να ράψουν όπως κι όπως κάτι για τα παιδιά τους. Παραγγελιά στους τσαγκάρηδες τού χωριού για παπούτσια δίνονταν μόνο για την Λαμπρή ή έστω κατ’ επιλογήν και Χριστούγεννα και ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα. Τότε τα τσόκαρα – ντόπιας παραγωγής- ήταν προέκταση… τού κάθε ποδαριού, μικρού ή μεγάλου, ειδικότερα γυναικών και κοριτσιών, γιατί τ’ αγόρια ενίοτε και κάποιοι μεγάλοι, λόγω φύλου είχαν ιδιαίτερη προτίμηση το καλοκαίρι βέβαια, στην ξυπόλυτη εμφάνιση «αξπουλ’ταριά» με χοντρόπετση πατούνα!
Την Μεγάλη Πέμπτη ή Κουτσνουπέφτ (Κοκινοπέμπτη), ήταν το βάψιμο τών αυγών, όπου έβαζαν όλο το καλλιτεχνικό τους ταλέντο μάνες και κόρες για το καλλώπισμα τών κόκκινων αυγών παράλληλα και με τις κουλούρες, αλλά και οι πατεράδες στο σφάξιμο τών αθώων αμνών θυσία στο γιορταστικό τραπέζι.

Το βράδυ στα Δώδεκα Ευαγγέλια, μετά το τέλος τής ακολουθίας, οι κοπέλες και μεγάλες γυναίκες, ξενυχτούσαν τον Εσταυρωμένο ψάλλοντας τα «μοιρολόγια τής Παναγιάς» και στόλιζαν το Επιτάφιο με λουλούδια που έφερναν από τα σπίτια, βιόλες και κρίνους όπως και αγριολούλουδα, «αβαγιανό» και άλλα. Σήμερα…όλα διαφορετικά, παραγγελίες από τα ανθοπωλεία, μέχρι και από Ολλανδία, μέχρι και πλαστικά. Και βέβαια μετά την «Σταύρωση» και η προσφορά στους πιστούς τής «κρασοψυχιάς», δηλαδή ζεστό γλυκό κρασί, με διάφορα μπαχαρικά και κομμάτια πίτας «άζυμης» για βούτημα!

Μ. Παρασκευή πρωΐ, η εκκλησιά κατάμεστη αλλά και στον νάρθηκα και στον αυλόγυρο η παιδική παρουσία ήταν έντονη, χαρακτηριστική τής αθωότητας, τής ανεμελιάς και τής ζωντάνιας αυτής τής ηλικίας, που χαίρονταν το όλο γιορτάσι τών ημερών μέσα στο ανοιξιάτικο κλίμα τού χωριού. Για το πένθιμο χτύπημα τής καμπάνας όλη την μέρα, τα παιδιά περίμεναν στο «νεμπέτ» με την σειρά να πιάσουν το σχοινί για την κωδωνοκρουσία. Και τα καφενεία όμως εκείνη την μέρα κλειστά μέχρι το τέλος τής Αποκαθήλωσης όπως συνηθιζόταν και στις Κυριακές αυτό μετά την απόλυση τής Θείας Λειτουργίας και για κάποια χρόνια αργότερα.
Το βράδυ, οι παιδικές φωνές και μεγαλύτερων κοριτσιών, πλαισίωναν γλυκά την όλη κατανυκτική ατμόσφαιρα τής βραδιάς με τα εγκώμια, «Η ζωή εν τάφω κατετετέθης Χριστέ…» και κατά την έξοδο πια και περιφορά τού Επιταφίου, ένα φωτεινό ποτάμι από κεριά και φαναράκια, διέσχιζε αργά-αργά τους δρόμους στους μαχαλάδες τών χωριών, ενώ από τα παράθυρα και τις ορθάνοιχτες πόρτες τών σπιτιών, όσες νοικοκυρές δεν μπόρεσαν να πάνε στην εκκλησία, έβρισκαν εξιλέωση, ανακούφιση και βοήθεια, ραίνοντας με το «ρουδουστάλ’» ροδόσταμο το Επιτάφιο και τούς πιστούς και θυμιάζοντας με «μουσχουλίβανου ή και πταρέλια» από τριαντάφυλλα μαγιάτικα, ειδικά στην Φίλια, που έφτιαχναν πάντα. «Έραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα…»!

Μεγάλο Σάββατο. «Ανάστα ο θεός κρίνων την γην…»! Αυτό το αναστάσιμο μήνυμα κατά την πρωϊνή Θεία Λειτουργία (τού Μεγάλου Βασιλείου), που ξεχύνονταν από την εκκλησία, πλημμύριζε τις καρδιές τών ανθρώπων με αισθήματα χαράς και αισιοδοξίας και το όλο κλίμα στα χωριά έπαιρνε άλλη όψη, φωτεινή, γιορταστική, θέτοντας όλους σε εγρήγορση και ασυγκράτητη λαχτάρα ν’ ακούσουν το βράδυ
το «Δεύτε λάβετε φως… και το Χριστός Ανέστη»!
Παιδιά και νεαροί εφοδιασμένοι από μέρες τώρα με τα απαραίτητα αναστάσιμα πυρομαχικά…δεν άντεχαν να περάσουν οι ώρες να υποδεχτούν τα μεσάνυχτα τον Αναστάντα Κύριο και να κατατροπώσουν τον θάνατο και τους σταυρωτές Του!
Έτσι μετά την απόλυση τής πρωϊνής Θείας Λειτουργίας, τα «μπαμ-μπουμ» στον αυλόγυρο τής εκκλησίας και στους δρόμους έπαιρναν κι έδιναν! Ειδών-ειδών τα σύνεργα και τα είδη τού κρότου, ανάλογα και με την ηλικία. «Πιστουλέλια με καψούλια» σε χάρτινη ταινία, και «στρακαστρούκις και πατλάτσα», ακίνδυνα για μικρά παιδιά, όπως «πιστουλέλια μι φιλλοί» (φελλούς) πιο εκσυγχρονισμένα για μεγαλύτερα παιδιά, για δε τούς νεαρούς και μεγαλύτερους, τα βαριλότα» και τα περίφημα «κλειδιά» ως και άλλοι αυτοσχέδιοι μηχανισμοί, εκρηκτικά μείγματα από αμμωνίες, μπαρούτι, ξυσμένα σπίρτα και άλλες συνθέσεις, που γινόταν και πρόξενοι τραυματισμών και ακρωτηριασμών σε δάχτυλα…Τα «κλειδιά», εφεύρεση κι αυτά τών νεαρών τής εποχής τότε, ήταν μεγάλα χοντρά κλειδιά σε αυλόπορτες ή σε κατώγια, με βαθιά τρύπα (θηλυκά που λέμε) την οποία την γέμιζαν μέχρι τα μισά με εκρηκτικό μείγμα δικής τους επινόησης. Στην τρύπα έχωναν εφαρμοστά ένα ίδιας διαμέτρου στρογγυλό σίδερο, μάκρος 10-15 εκατ. ή ένα μεγάλο χοντρό καρφί από το κεφάλι μεριά για να πιέζει το μείγμα.
Κρατώντας το κλειδί με το χέρι το χτυπούσαν με δύναμη πάνω σε πέτρα στον τοίχο και η έκρηξη ήταν εκκωφαντική ανάλογα με το μέγεθος τού κλειδιού, που πολλές φορές οι πιο ζωηροί και θαρραλέοι…το αντικαθιστούσαν με χοντρό σωλήνα, «τούμπο». Τον λόγο πια είχε η τύχη…αν δεν θα άντεχε το κλειδί και έσκαγε!…
Μ. Σάββατο βράδυ και η εκκλησία κατάμεστη από πιστούς με τα καλά τους, με χαρωπά πρόσωπα, με τις λαμπάδες στα χέρια και τούς «σαμάδες» οι γυναίκες (τυλιγμένο άσπρο κερί σε διάφορα σχήματα, που κρατούσε όλη την εβδομάδα), ολοφώτιστα τα κηροπήγια και τα κανδήλια και οι πολυέλαιοι (όλα με λάδι εννοείται μέχρι που ήρθε και ο ηλεκτρισμός). Συνωστισμός…και στα ψαλτήρια όπως και τις άλλες βραδιές, από χορωδούς τής προσκολλήσεως… «εν τω ψάλλειν» και δη…πρίμα-σιγόντο με την όποια μελωδικότητά τους. «Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον…»!
Σε ανυπομονησία όλοι ώσπου ν’ανοίξει πια η Ωραία Πύλη και «Δεύτε λάβετε φως εκ τού ανεσπέρου φωτός…»! Ειδικά στην Φίλια η πανέμορφη και μοναδική Ανάσταση (δεν υπάρχει αλλού), στο πλάϊ τής Ωραίας Πύλης κρατώντας την ένας επίτροπος τής εκκλησίας έβγαινε στην… πατροπαράδοτη δημοπρασία!… «Η Ανάσταση…είκοσι δραχμές»…η φωνή τού επιτρόπου. «Πενήνταα!..» άλλη φωνή απ’ το εκκλησίασμα. «Πενήντα» επαναλάμβανε ο επίτροπος. «Ογδόνταα!..» άλλη φωνή, «Εκατό!..», «Εκατόν πενήντα», ώσπου κατακυρώνονταν στον πλειοδότη. Ευλογία γι’αυτόν, πόθος και λαχτάρα να σηκώσει την Ανάσταση. Από ’κείνη την στιγμή ήταν στα χέρια του, στην έξοδο στον αυλόγυρο για το Χριστός Ανέστη, και την άλλη μέρα την Κυριακή στην «Δευτέρα Ανάσταση» περιφορά μέσα στο χωριό, τάμα ζωής, τα δε χρήματα της δημοπρασίας, ενίσχυση στο ναό!
Μετά την απόλυση τής Σαββατιανής Αναστάσιμης Λειτουργίας, όσοι… άντεχαν κι έμειναν μέχρι τέλους, αλλά και όσοι μην αντέχοντας γουργούριζε η κοιλιά τους…, κατά την επιστροφή και είσοδο στο σπίτι, σχημάτιζαν πάνω απ’ τη πόρτα στο υπέρθυρο με την αναμμένη λαμπάδα μουτζουρώνοντας, τρεις σταυρούς, για αναστάσιμη ευλογία, και θωράκιση τού σπιτιού έναντι παντός κακού!
Πάσχα Κυρίου Πάσχα! Όλα λάμπουν στα χωριά, όλα πανηγυρίζουν!
Προέχει όμως στην Εκκλησία ο Εσπερινός της Αγάπης «Δευτέρα Ανάσταση» με την ανάγνωση τού Ευαγγελίου και σε άλλες γλώσσες και στην συνέχεια η περιφορά τής Ανάστασης μέσα στο χωριό σε κλίμα εαρινής αναστάσιμης χαράς και ανάτασης. «Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί..»!
Το κατεξοχήν πασχαλιάτικο φαγητό σε όλα τα χωριά σχεδόν τής Λέσβου ήταν και είναι τα φουρνιστά, το γεμιστό αρνί, συνοδευόμενα και με άλλα εδέσματα, ψητά διάφορα, παϊδάκια, κεφτέδες, τυριά, και άλλα. Η σούβλα και ο οβελίας άγνωστα στο νησί, ήταν και είναι καθαρά «παλιολλαδίτικα» έθιμα, ( Ρούμελη, Μωριάς κ.λ.π. ήτοι Παλιά Ελλάδα…και τούτο διότι από το 1912 όσες περιοχές απελευθερώθηκαν από τον τουρκικό ζυγό, όπως και η Λέσβος, ονομάστηκαν «Νέες Χώρες»). Εδώ στο νησί ήρθαν ξενόφερτα στην δεκαετία τού 1960 και μετά. Όχι ό,τι και καλύτερο να σού θυμίζουν… Αθανάσιο Διάκο!
Από την Κυριακή πια και οι «Λαμπριγιάτκις Κούνις» (κούνιες) στις δόξες τους, με τα γνωστά «δίστιχα τής κούνιας» που γίνονταν όλη την Λαμπροβδομάδα έως και την Πρωτομαγιά, αλλά και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις όσο κρατούσε το «Χριστός Ανέστη»
. Κούνιες με χοντρό σανίδι ή μαδέρι για τέσσερα-πέντε άτομα ή και μικρότερες με χοντρό σκοινί κρεμασμένες στις μεγάλες κεραμοσκεπείς αυλόπορτες τών σπιτιών ή και σε δέντρα. Κάθε γειτονιά την κούνια της και κάθε ομάδα παραπιάνεται ποιανής θα είναι καλύτερη και επιτυχημένη.
Κοπέλες και αγόρια, μικρά και μεγάλα σε κάθε κούνια, κεράσματα, κουλουράκια λαμπριάτικα, τσουγκρίσματα αυγών, τραγούδια, και το αναπόφευκτο φλερτάρισμα στις νεαρές από τους νεαρούς και ευκαιρία να δουν και λίγο παραπάνω…πόδι, καθώς ο αέρας τής κούνιας σήκωνε το φουστάνι! Η κούνια παρείχε την κάποια ασυλία… στο να εκδηλωθούν πιο ελεύθερα τα ερωτικά σκιρτήματα της νεολαίας, σ’ εκείνες τις εποχές με τα αυστηρά παρατραβηγμένα… ήθη τής μικρής και κλειστής κοινωνίας τών χωριών. Ήταν όμως κατά τα λεγόμενα τών χωριών, και αιτία για αρραβώνιασμα! Όταν ένας νέος και μια νέα κάθονταν μαζί στην κούνια να κουνηθούν, αυτό αποτελούσε και επισημοποίηση τής σχέσης τους, ήταν δόσιμο λόγου! Έλεγαν για παράδειγμα: «Ι Βαγγέλ’ς μι του Ρηνέλ’ λουγουδώσαν». «Πότι καλέ»; «Κάτσαν σντ κούνια»! Όσο για σήμερα;…«Από’δω ο σύντροφός μου — η σύντροφός μου». «Θα κάνετε γάμο»; « Ε μάλλον, να γεννήσει πρώτα…»!
Χατζημανώλης Βαγγέλης
