Αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας! Τάσος Μακρής

Foto:realnea.gr

Ιγνάτης Ψάνης

Στο άρθρο αυτό ο Τάσος Μακρής σχολιάζει γενικότερα την έννοια της ισότητας, μία έννοια που αιώνες τώρα αναζητείται σε φιλοσοφικό και κοινωνικό επίπεδο, μία έννοια όμως ανεφάρμοστη ακόμα και στον ουρανό μεταξύ των αγγέλων, αφού υπάρχουν οι Αρχάγγελοι, όπως γράφει!
Ειδικότερη αναφορά στην κατάργηση της ισότητας γίνεται σε δύο δρώμενα του χωριού μας, το ένα ως έθιμο και το άλλο από ανάγκη, το έθιμο της κούνιας και το νιμπέτ, όπου τελικά” ο παπάς δεν πάει με την αράδα του”
“ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΠΑΠΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΑΔΑ ΣΟΥ ΘΑ ΠΑΣ”
Τάσος Μακρής

Η «αράδα» είναι μεσαιωνική λέξη, πρωτοχρησιμοποιήθηκε, δηλαδή στους βυζαντινούς χρόνους και δεν έχει τις ρίζες της στην αρχαία γλώσσα . Έτσι μας λένε τα λεξικἀ και τη συνοδεύουν μάλιστα με την παρατήρηση: «αβεβαίου ετύμου», που θα πει πως ακόμη δεν προτάθηκε πειστική ετυμολόγηση της λέξης. Το πιθανόν είναι να μάς ήλθε από τη Δύση, στην οποία τη χρησιμοποιούσαν με τη σημασία της αρχαιοελληνικής «σειράς». Έτσι τις σειρές των γραμμάτων των βιβλίων τις ονομάζουμε, στην ντοπιολιαλιά μας αράδες : «δεν ξέρω δυό αράδες γράμματα» έλεγε η γιαγιά μου . «Ο δάσκαλος μἀς έβαλε πέντε αράδες αντιγραφή». «Να γράψεις πάνω στις αράδες του τετραδίου».

Η αράδα, λοιπόν, ήταν η οποιαδήποτε σειρά. Εκείνο που μας κάνει εντύπωση όμως δεν είναι η σημασία της λέξης,αλλά η εμπλοκή της στην παροιμιώδη φράση του τίτλου του κειμένου. Εδώ η αράδα δεν είναι πια ένα σύνολο αντικειμένων ή σημείων, για να σχηματστεί μια ορατή γραμμή, αλλά μια αλληλουχία κοινωνικών ενεργειών που εξελίσσονται με την πρακτική της σειράς. Το πιο εντυπωσιακό είναι η εμπλοκή του παπά. Τούτο γίνεται , για να αποκλειστεί στην πρακτική της σειράς η οποιαδήποτε εξαίρεση, καθότι, ως γνωστόν, κατά τον μεσαίωνα, αλλά και σήμερα ακόμα , το αξίωμα απολαμβάνει τον σεβασμό των πιστών, άρα και την παραχώρηση προτεραιότητας.

Η πανελλήνια παροιμιώδης φράση, λοιπόν, συντάχθηκε, για να υπηρετήσει μια κοινωνική ανάγκη, αυτήν της ισότητας και των ίδιων για όλους ευκαιριών. Γιατί είναι γνωστό πως η αρχή της ισότητας ποτέ δεν ευδοκίμησε στις ανθρώπινες κοινωνίες , παρότι από πάντα την επιθυμούσαν οι άνθρωποι. Την ονειρεύτηκαν, την υποσχέθηκαν στα θρησκεύματα, την διατύπωσαν σε φιλοσοφικά συστήματα, την επιδίωξαν με επαναστατικές ενέργειες, οι οποίες έφεραν όμως βία και αναστάτωση, κι αν κατάφεραν να πλησιάσουν την ισότητα , πάλι έκαναν κάποιους πιο ίσους απ’ τους ίσους . Αυτές οι μέχρι σήμερα αποτυχίες έδωσαν το δικαίωμα σε εγωκεντρικά άτομα και κοινωνίες, που πιστεύουν πως η τύχη θα είναι πάντοτε με το μέρος τους να λένε ότι η ισότητα είναι αντιαισθητική και τελικά ανεφάρμοστη, αφού πουθενά δεν ανιχνεύεται στη φύση. Είναι δηλαδή αφύσικη! Γιατί λοιπόν να εφαρμόζονται στους ανθρώπους οι αντιαισθητικές αράδες και να εντάσσονται σ’ αυτές και άτομα προικισμένα με ξεχωριστές δυνατότητες;

Ανά τους αιώνες έχει ταλαιπωρηθεί αφάνταστα η φαιά ουσία των ανθρώπινων μυαλών, έχουν ρεύσει ποταοί μελάνης, έχουν μουτζουρωθεί αμέτρητα χιλιόμετρα χαρτιού και δεν μπόρεσαν ακόμη να συμφωνήσουν οι άνθρωποι για το αν πρέπει ή όχι να μπαίνουν και οι παπάδες στην αράδα ! Η κοινωνία των άμεσων προγόνων μας έχοντας δύο πρακτικές , που την αναγκάζουν να πάρει θέση πάνω στο πρόβλημα, αντέδρασε με το γνωστό τρόπο: Κατασκεύασε μια λέξη και άφησε τους ανθρώπους να τη χρησιμοποιούν στην ώρα της και κατά το δοκούν. Ήταν το ρήμα «ξεκουνιάζου». Λέξη καθαρά τοπική, φιλοτεχνήθηκε πάνω στον καμβά των εθίμων της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, και με την σημασία της καταστρατήγησης της συμφωνημένης σειράς.

Στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου το εντυπωσιακότερο εύρημα ήταν η κούνια . Σε όλες τις γειτονιές του χωριού στήνονταν κούνιες στις οποίες κουνιόταν τα κορίτσια και οι νέες γυναίκες με συνοδεία παραδοσιακών τραγουδιών. Το επικρατέστερο ήταν του Αγιού :

« Θε ν’ ανέβω στα υψηλά, Μαριώ // στ’ Αγιού το δώμα…» Επειδή η γιορτή γιορταζόταν πάντα μετά το Πάσχα την τιμητική του είχε και το « Χριστός Ανέστη». Κι οι δύο γιορτές είναι ανοιξιάτικες κι έτσι μαζί με την θρησκευτική τους σημασία δίνουν και την αίσθηση της ανανέωσης της φύσης, της αναζωογόνησης της ζωής, της Ανάστασης , όπως τη διδάσκει η θρησκεία με τον αναστάσιμο ύμνο «Χριστός Ανέστη …» και με το οικολογικό (!) τραγούδι του Αγίου Γεωργίου, που θέλει να φρουκαλιέται (να σκουπίζεται) η θάλασσα με σκούπα καμωμένη από «δυό γαρύφαλλα» . Αυτή την αίσθηση σωματικής και φυσικής ευεξίας οι νέες γυναίκες την εκδήλωναν με αιωρισμούς στην κούνια. Επειδή το δρώμενο ήταν πολύ αγαπητό και όλα τα κορίτσια ήθελαν να πάρουν μέρος, η ανάγκη επέβαλε την τήρηση της σειράς . Εδώ δεν χωρούσαν διακρίσεις, πλούτη και οικογενειακοί τίτλοι. Όλες θα κουνιόταν με τη σειρά και σε ίσα χρονικά διαστήματα. Όπως είπαμε όμως, η ισότητα είναι καλή, είναι παραδεκτή, είναι ειρηνοποιός, αλλά είναι ανεδαφική, ουτοπική, ανέφικτη. Ίσως να είναι εφαρμοσμένη μόνο σε κοινωνίες Αγγέλων, αν και υπάρχουν αμφιβολίες , αφού και σ’ αυτές υπάρχουν Αρχάγγελοι. Έτσι, κάποιες γυναίκες, που αρέσκονταν πολύ στο κούνημα, εύρισκαν τρόπους να καταστρατηγούν τη σειρά, για να κατεβάσουν άλλες και να ανεβούν εκείνες στην κούνια. Έξω (ξε), λοιπόν, από την κούνια =ξικουνιάζου= παίρνω με δόλο τη σειρά του άλλου. Η καινούργια λέξη ήταν λαμπερή σαν την Λαμπρή, που γιόρταζαν. Δικαίωνε τους αμφισβητίες της ισότητας και έδειχνε πως είναι ικανή να εκφράζει πολύπλευρα τις κοινωνικές ανισότητες.

Ἐνας άλλος τομέας, που επέβαλε αράδες και σειρές, ήταν στο νερό, στις λιγοστές βρύσες του χωριού μας. Οι βρύσες έτρεχαν λίγο νερό, σε λίγες ώρες και οι γυναίκες αναγκαζόταν να κάνουν σειρά, για να γεμίσουν τα κανάτια τους. Η σειρά πιστωνόταν με τα «νεμπέτια» που ήταν παλιά σκεύη, που έμπαιναν αράδα και έδειχναν στον ιδιοκτήτη τους πότε θα γεμίσει τα σκεύη του. Τα σύστημα λειτουργούσε καλά μέχρι την ώρα, που παρουσιαζόταν κάποια «καπάτσα», που αμφισβητοὐσε τα «νιμπέτια» και «ξικόνιαζι» τις άλλες. Εδώ, βέβαια, δεν υπάρχει κούνια, το ξικουνιάζου όμως λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και στην βρύση και φέρνει το ίδιο αποτέλεσμα: Την αμφισβήτηση της ισότητας και της σειράς.

Εξερευνώντας το παρελθόν μέσα από το μονοπάτι της γλώσσας, θέλουμε δε θέλουμε, βρισκόμαστε θεατές ιστορικών κοινωνικών διεργασιών, που σαν μικρά ρυάκια συγκλίνουν προς τον μεγάλο ποταμό της ιστορίας. Μικρές είναι οι πηγούλες τους, αλλά είναι αυτές που θα γεμίσουν το ποτάμι, γι αυτό δε γίνεται να τις υποτιμούμε. Δεν είναι καθόλου λογική και βέβαια καθόλου έξυπνη η περιφρόνηση της ντοπιολιαλιάς με τη δική της ιστορική διαδρομή. Λέξεις σαν το ρήμα «ξικουνιάζου» δεν περιφρονούνται. Λίγο να τις αγγίξεις , νιώθεις τους παλμούς των κοινωνιών από τις οποίες προήλθαμε και κληρονομήσαμε τις πολιτισμικές προκαταβολές, που κουβαλούμε και με αυτές πορευόμαστε στο κοινωνικό γίγνεσθαι των ημερών μας.