«ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.8.1974, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Διακόσια τώρα χρόνια, ανεμίζει πάνω απ’ την ανθρωπότητα η σημαία των αμερικανικών ιδανικών — σημαία και δαμόκλειος σπάθη μαζί. Με τα ίδια πάντα λόγια, το ίδιο ύφος, την ίδιαν έξαρση διατυμπανίζονται οι αρετές της χώρας που λατρεύει την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, την ισότητα και την ηθική, την αφιλοκέρδεια και τον ανθρωπισμό. Διακόσια τώρα χρόνια, οι ΗΠΑ όχι μόνο χτίζουν το «αμερικανικό όνειρο», αλλά και οραματίζονται να το κάνουν όνειρο της οικουμένης ολόκληρης. Δεν φτάνει να είσαι τέλειος, πρέπει να κάνεις και τους άλλους τέλειους — ή να τους αποτελειώσεις…
Τα «ιδανικά» δεν είναι μόνον ωραία, είναι και χρήσιμα. Αν «ο λόγος δόθηκε στον άνθρωπο για να κρύβει τις σκέψεις του», τα ιδανικά επινοήθηκαν για να εξωραΐζουν τις πράξεις του — στα μάτια των άλλων, και στα δικά του. Ανάγκη ιδιαίτερα επιτακτική για άτομα και λαούς που κατατρύχονται (όπως οι Αμερικανοί) από το πουριτανικό «σύμπλεγμα ενοχής» και, για να το ξεπεράσουν, προσπαθούν να δείχνονται όσο γίνεται πιο αγαθοί, τίμιοι, ιδεαλιστές. Ανάγκη ακόμα πιο επιτακτική όταν, οι ίδιοι αυτοί, κατέχονται (όπως οι Αμερικανοί) από ακόρεστη δίψα κέρδους και δύναμης. Η αντίφαση είναι, βέβαια, γοερή. Μόνος τρόπος για να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη θεωρητική λατρεία του «καλού» και στην κυνική λατρεία του χρυσού, μόνος τρόπος για να ταιριάσει ο Θεός με τον Μαμμωνά (σ.σ. ο θεός του χρήματος, του πλούτου), είναι να ντυθεί ο Μαμμωνάς ιερατικά άμφια. Έτσι, πείθουμε και πειθόμαστε πως οι ευγενικοί στόχοι δικαιολογούν και δικαιώνουν μερικές ταπεινές πράξεις, πως η πυρά (ή το ναπάλμ) δεν καίει αλλά εξαγνίζει κι εξαγιάζει. Είναι το «πιστεύω» (δηλαδή, η μέθοδος) όλων των Ιερών Εξετάσεων, όλων των «εθναμυντόρων» (σ.σ. των δήθεν υπερασπιστών του έθνους), όλων των αυτόκλητων «σωτήρων της ανθρωπότητος».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.8.1974, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Καινοτομώντας στην ιστορία του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας, οι ΗΠΑ δεν έχουν ούτε μιαν αποικία στον κόσμο. Την ηγεμονία τους δεν την ασκούν με την κατοχή ξένων εδαφών, αλλά με τον έλεγχο (στρατιωτικό, πολιτικό, οικονομικό, πνευματικό ακόμα) πάνω σε ξένους λαούς και κυβερνήσεις. Αντί για αποικίες, έχουν στήσει μιαν αλυσίδα από κράτη-«πελάτες», κράτη-εξαρτήματα, κράτη-κολλήγους (σ.σ. δούλους, είλωτες), που η τύχη και η διαγωγή τους καθορίζεται απ’ τις επιταγές και τα συμφέροντα της «μητρόπολης».
Η νεωτερική αυτή μέθοδος είναι πολύ πιο «ηθική» — και πολύ πιο συμφέρουσα: έτσι, και η αμερικάνικη συνείδηση έχει τη βολική αυταπάτη πως είναι «καθαρή» απ’ τον ρύπο της αποικιοκρατίας, και οι δορυφόροι έχουν την παρήγορη αυταπάτη πως διατηρούν την εθνική ανεξαρτησία τους. Το σπουδαιότερο και το πρακτικότερο: με το σύστημα της «αυτοκρατορίας χωρίς σύνορα» και της «αποικιοκρατίας χωρίς αποικίες», η Αμερική δεν είναι υποχρεωμένη να συντηρεί στρατούς κατοχής στις τέσσερις γωνίες του κόσμου· ύστερα, τα «λάθη» τής κατά τόπους πολιτικής της τα πληρώνουν οι κατά τόπους κυβερνήσεις —αθύρματα (σ.σ. έρμαια, πιόνια, ενεργούμενα)— που, μέσα σε λίγες ώρες, από ευνοούμενοι μεταβάλλονται σε αποδιοπομπαίους τράγους· τέλος, όταν οι τοπικές προστριβές (που η ίδια έχει υποδαυλίσει) φτάσουν στη σύγκρουση, πολεμούν οι «πελάτες» με τους γείτονες ή μεταξύ τους, ενώ οι ΗΠΑ προσφέρονται να παίξουν ρόλο μεσολαβητών κι ειρηνοποιών — για να πάρουν ανέξοδα τη μερίδα του λεόντος. Έτσι, τα άμφια μένουν άθικτα κι αστραφτερά, όσες βδελυρές σιμωνίες (σ.σ. απεχθείς εξαγορές) κι αν διαπράττονται πίσω τους.

Το ρόλο αυτού του σεπτού (σ.σ. αξιοσέβαστου) και χρυσοποίκιλτου προπετάσματος έχει αναλάβει να παίξει το «αμερικανικό όνειρο». Το όνειρο ενός λαού που φέρνει, στον εαυτό του και στους άλλους, τη βασιλεία της ευημερίας, της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας, της «καλής θέλησης».
Η οικοδόμηση του ονείρου —πρέπει να ομολογηθεί— έχει γίνει με πολλή δεξιοτεχνία, με υλικά που, αιώνες κι αιώνες, γαλβανίζουν [σ.σ. ενθουσιάζουν] (και, τόσο συχνά, παραπλανούν) τα άτομα και τα έθνη:
Για να είναι, πρώτα-πρώτα, ακλόνητα κι απρόσβλητα τα θεμέλιά του, ήταν απαραίτητο να έχουν ευλογηθεί απ’ τη «θεία χάρη», κι ο λαός που επωμίσθηκε το σταυρό της ανθρωπότητας, να έχει χρισθεί «περιούσιος λαός του Κυρίου». Εφ’ ω και, για να στηρίξει αυτή την ελέω Θεού ηγεμονία, ο Τζων Άνταμς, που μνημονεύσαμε στην αρχή, επιστράτευσε τη Θεία Πρόνοια, ενώ ο γερουσιαστής Άρθουρ Μπέβεριτζ δεν δίσταζε να επικαλεσθεί το Θεό αυτοπροσώπως: «Απ’ όλες τις φυλές, ο Θεός υπέδειξε τον αμερικανικό λαό σαν έθνος της εκλογής Του, για να οδηγήσει τελικά στην αναγέννηση του κόσμου». Ήταν δε ο αμερικανός αυτός Μωυσής ένας απ’ τους πιο πολεμόχαρους «ιέρακες» του «μικρού» εκείνου, αλλά τόσο επικερδούς για τις ΗΠΑ, ισπανο-αμερικανικού πολέμου του 1898. Και, στην τόσο ρασιοναλιστική εποχή μας, ο Πρόεδρος Τρούμαν αγαλλιούσε, το 1952, επειδή η Αμερική «δέχθηκε επιτέλους να παίξει το ρόλο του ηγέτη που ο Παντοδύναμος Θεός μάς ζητούσε, εδώ και μία γενεά, ν’ αναλάβουμε».

Ο Θεός στάθηκε πάντα ένα κόμμοδο (σ.σ. βολικό) καταφύγιο για τους πλάνους, που «προσπαθούν να φαίνονται άγιοι ίσα-ίσα όταν κάνουν χρέη διαβόλου».
Ο άλλος ακρογωνιαίος λίθος του αμερικανικού μύθου είναι η αφιλοκέρδεια: οι ΗΠΑ κάνουν τα πάντα από ενδιαφέρον, τίποτα από συμφέρον. «Δεν επιθυμούμε ούτε κατακτήσεις ούτε κυριαρχία. Δεν είμαστε παρά πρόμαχοι των δικαιωμάτων της ανθρωπότητας», βεβαίωνε ο Πρόεδρος Ουίλσον το 1917. «Παντού όπου πηγαίνει η αμερικανική σημαία, απλώνεται η ιδέα της ατομικής ελευθερίας. Εκείνο που επιθυμούμε είναι η εγκαθίδρυση της ελευθερίας, και όχι το χρήμα», ορκιζόταν ο Άρθουρ Μακ Άρθους, κυβερνήτης των Φιλιππίνων (1900) μετά την προσάρτησή τους απ’ τις ΗΠΑ.
Σ’ αυτό το απέραντο κομπολόι του «χρέους» και της «θυσίας» υπάρχουν ωστόσο κάποιες παραφωνίες (άλλος θα τις έλεγε ειλικρίνειες ή ομολογίες) όχι λιγότερο επίσημες: «Αν αληθεύει ότι η εξωτερική πολιτική μας δεν πρέπει ν΄απομακρύνεται απ’ τον ίσιο δρόμο της δικαιοσύνης, αυτό δεν αποκλείει διόλου την ενεργό επέμβασή μας για να εξασφαλίσουμε στα εμπορεύματα και στους κεφαλαιούχους μας διευκολύνσεις για επικερδείς επενδύσεις», παραδεχόταν ο Πρόεδρος Ταφτ το 1912. Επιγραμματικώτερος, ο συνάδελφός του Κούλιτζ έλεγε, 13 χρόνια αργότερα: «Δουλειά της Αμερικής είναι οι δουλειές» (The business of America is business).

Και όσο πιο γιγαντιαίες διαστάσεις έπαιρναν οι «δουλειές», τόσο πλήθαιναν και οι «δουλείες» των άλλων, στο εσωτερικό και, προπάντων, στο εξωτερικό. Κανένας δεν αγνοεί πως το «στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα» (που είχε καταγγείλει ο Πρόεδρος Αϊζενχάουερ, το 1961, ότι «ασκεί παντού αποφασιστική επιρροή και απειλεί να υπονομεύσει τις ελευθερίες μας και τις δημοκρατικές μας μεθόδους») έχει από καιρό κατακτήσει τους στόχους του κι έχει στήσει παντού θριαμβικά τα τρόπαιά του. Ολόκληρη η εσωτερική κι εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν υπηρετεί παρά τα συμφέροντα και τις βλέψεις της ξυνωρίδος (σ.σ. ζεύγους, δυάδας) αυτής μονοπωλιακού κεφαλαίου και μιλιταριστικής αρχομανίας, οικονομικής και στρατιωτικής libido dominandi (σ.σ. εξουσιολαγνείας, πόθου κυριαρχίας) — παρασύροντας στο χρυσοφόρο καταρράκτη της νόμους, θεσμούς, δικαιώματα, και λαούς ολόκληρους.
Αν για την παλιά Πρωσσία έλεγαν πως «δεν είναι μια χώρα που διαθέτει στρατό, αλλά ένας στρατός που διαθέτει μια χώρα», για τις σημερινές ΗΠΑ θα μπορούσε να ειπωθεί πως είναι «μια στρατιωτικο-οικονομική επιχείρηση που διαθέτει μιαν αυτοκρατορία».
[…]
Είναι, βέβαια, απλή σύμπτωση ότι η ευημερία που η Αμερική ευαγγελίζεται στους άλλους, αρχίζει (και τελειώνει) στη δική της ευημερία.
Οπωσδήποτε, για να ξαναγυρίσουμε στα «θεία», ας θυμηθούμε τον προφητικό λόγο του Σιμόν Μπολιβάρ: «Οι ΗΠΑ φαίνεται πως είναι προορισμένες απ’ τη Θεία Πρόνοια να βυθίσουν τον κόσμο στην αθλιότητα και τη μιζέρια εν ονόματι της ελευθερίας».
