Ιγνάτης Ψάνης
Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, εναλλαγές, μια ζωή…για ταινία είναι η ζωή του Πολιχνιάτη Αριστείδη Πάλλη.
Έφυγε πεζός από το χωριό μας, τελείωσε το Γυμνάσιο στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου, σπούδασε οικονομικά, λογοτεχνία και ποίηση στη Γαλλία, πολέμησε στους Βαλκανικούς και στη Μικρασία, 48 χρονών πολέμησε εθελοντής στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, μπήκε στην Αντίσταση συνελήφθη, καταδικάστηκε, τιμήθηκε από την Ελληνική και Βρετανική κυβέρνηση, έγινε χρηματιστής μεγάλων οίκων, εξελέγη βουλευτής Λέσβου το 1951.
Ακολουθείστε και παρακολουθείστε….
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΠΑΛΛΗ
Ο Αριστείδης Πάλλης ήταν το προτελευταίο από τα έξι παιδιά του ιατρού Δημητρίου Πάλλη και της παπαδοπούλας Νυμφοδώρας. Γεννήθηκε το 1892 στον Πολιχνίτο. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, που είχε σπουδάσει σε Πίζα και Φλωρεντία.. Πέθανε όταν ο Αριστείδης ήταν δυόμιση ετών. Τους μεγάλωσε αυτόν και τα άλλα τα αδέρφια του ο παππούς του Παπα-Στυ με τη βοήθεια της παπαδιάς και της κόρης του Νυμφοδώρας, της μητέρας των παιδιών. Ο μεγάλος αδερφός του, ο Στρατής, σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη φαρμακοποιός. Όταν αποφοίτησε άνοιξε φαρμακείο στον Πολιχνίτο. Πήρε μαζί του τον Αριστείδη ως φαρμακοτρίφτη, αφού τον σταμάτησε από το σχολείο, το δημοτικό, που είχε τελειώσει. Παρέμεινε δίπλα στον αδελφό του ως φαρμακοτρίφτης δύο χρόνια. Είχε όμως μεγάλη δίψα για γράμματα και δεν έβλεπε την ευκαιρία να μπορέσει να συνεχίσει το σχολείο που τόσο αγαπούσε. Η ευκαιρία δόθηκε ύστερα από μία επίπληξη του αδελφού του στο φαρμακείο.
Έφυγε κρυφά από τον Πολιχνίτο πεζή ως τη Μυτιλήνη, όπου εργαζόταν ο άλλος του αδελφός ως μάγειρας. Ο αδερφός του αυτός, Στέλιος, αργότερα έφυγε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου και τον ακολούθησε ο Αριστείδης και έμεινε μαζί του. Εν τω μεταξύ χρήματα δεν τους έστελνε κανείς και έτσι ο Αριστείδης εργαζόταν το απογεύματα και τα βράδια σαν φαρμακοποιός και το πρωί φοιτούσε στο Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας, όπου τότε ήταν σύμβουλος ο συμπατριώτης του κ. Καμπάς, ο πρόεδρος των μικτών δικαστηρίων της Αλεξάνδρειας. Στο Αβερώφειο τελείωσε το Γυμνάσιο και αποφοίτησε πρώτος, παίρνοντας έτσι υποτροφία για την Ανωτάτη Εμπορική Σχολή της Τoulouse. Το κληροδότημα του Aβέρωf έλεγε ότι μετά την αποφοίτηση των σπουδών ο υπότροφος είχε την υποχρέωση να διδάξει στο Αβερώφειο σαν καθηγητής για δύο χρόνια΄
Στην Toulouse επεράτωσε τις σπουδές του με “Άριστα” και ήρθε 5ος σε όλη την σχολή ανάμεσα σε ομογενείς, Γάλλους και ξένους.
Τότε ήταν που κηρύχθηκαν οι Βαλκανική πόλεμοι του 1912. Η πατρίδα καλούσε την κλάση του. Υποχρέωση όμως της υποτροφίας ήταν να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια να διδάξει στο Γυμνάσιο. Τότε ήταν που έγραψε στο συμβούλιο του Αβερώφειου λέγοντάς τους ότι η πατρίδα καλούσε την κλάση του και τι έπρεπε να κάνει. Να γυρίσει να διδάξει ή να πάει στο μέτωπο; Η απάντηση ήρθε αμέσως και του ανακοίνωσαν ότι τον απήλασσαν της υποχρέωσης της υποτροφίας και τον προέτρεπαν να πάει στην Ελλάδα να υπηρετήσει.

Η σημείωση του εγγονού Χρήστου Θεωδώρου τρμακτική, Γράφει: “Σκίτσο του Αριστείδη Πάλλη κατά την περίοδο της φυλάκισής του από τους Γερμανούς (1943 1944). Το σκίτσο φιλοτεχνήθηκε από συγκρατούμενό του, ο οποίος λίγο πριν την εκτέλεσή έχασε του λογικά του και έβλεπε στο πρόσωπο του Αριστείδη Πάλλη τον Άγιο Νικόλαο την παραμονή της εκτελέσεως του χάρισε και μια αγιογραφία για τον σχετικό άγιο.:”
Όταν γύρισε στην Eλλάδα, επειδή τότε δεν υπήρχαν πολλοί μορφωμένοι αξιωματικοί, τους αποφοίτους ανωτάτων σχολών τους πέρασαν και υποχρέωσαν σε μονοετή φοίτηση μετά το πέρας της οποίας έβγαιναν αξιωματικοί. Αποφοίτησε αξιωματικός. Επολέμησε στο μέτωπο επί εννέα συνεχή χρόνια μέχρι την καταστροφή του 1922, υπό τις διαταγές του στρατηγού Λούφα αρχικά και στη συνέχεια του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα.
Με τη λήξη του πολέμου επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1923 έγινε επίσημος χρηματιστής του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Το επόμενο έτος παντρεύτηκε τη Φωτεινή, κόρη του μηχανικού και μετέπειτα εμπόρου Χαραλάμπους Τσιμπόγου. Από τον γάμο αυτό απέκτησε το 1931 μια κόρη την Ελένη – Νυμφοδώρα. Ως χρηματιστής είχε πελατεία την πλειοψηφία των ομογενών από την Αίγυπτο, την οικογένεια Κουντουριώτου κ.α.
Με την κήρυξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, αν και 48 ετών, κατετάγη εθελοντικά με το βαθμό του λοχαγού στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων και στάλθηκε στο Γερμανικό μέτωπο. Με την συνθηκολόγηση επέστρεψε στην Αθήνα και αναμείχθηκε ενεργά στην αντίσταση στο πλευρό του Θεόδωρου Κουντουριώτη και του Αλέξανδρου Ζάννα. Κατόπτευσε μεταμφιεσμένος σε αρβανίτη αγρότη το αεροδρόμιο του Τατοϊου και από το σπίτι του έφυγαν τα σχέδια για τον βομβαρδισμό του αεροδρομίου από τη βρετανική αεροπορία. Συμμετείχε στην επιχείρηση “Αντίπαρος” και μετά την σύλληψη του αγγλικού συνδέσμου κ. Atkinson συνελήφθη και αυτός την 06η φεβρουαρίου 1942 μαζί με τη γυναίκα του Φωτεινή και τον αδελφό της Γιώργο και καταδικάστηκε από το ιταλικό δικαστήριο σε οκτώ χρόνια φυλάκισης, ποινή η οποία μειώθηκε συνεπεία χαρίτων της ιταλικής κυβερνήσεως και αποφυλακίστηκε από τους φυλακές Αβέρωφ ανήμερα της Αγίας Τριάδας το 1943. Κάτι διάρκεια της φυλάκισής του γνωρίστηκε και διατήρησε στη συνέχεια φιλία με τον Ηλία Ηλιού. Στη συνέχεια επιχείρησε ένα διαφύγει στην Αίγυπτο αλλά συνελήφθη εκ νέου από τους Γερμανούς οι οποίοι διαπίστωσαν την απουσία του από το χρηματιστήριο. Αποφυλακίστηκε λίγες μέρες πριν την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα, αφού είχε παρακολουθήσει από το παράθυρο της φυλακής 52 εκτελέσεις. Στο σπίτι του επρόκειτο να καταφύγει η Λέλα Καραγιάννη, σύμφωνα με το σχέδιο απελευθέρωσης, της πλην όμως οι Γερμανοί επιτάχυναν την ώρα εκτέλεσής της.
Μετά την απελευθέρωση τιμήθηκε από την πολιτεία και επ’ ανδραγαθία προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχου, έλαβε δεν μετάλλια από την Βρετανική κυβέρνηση, τα οποία επέστρεψε, διαμαρτυρόμενος για τη στάση της Αγγλίας κατά την κρίση του Κυπριακού το 1955.
Διετέλεσε επί ένα χρόνο Διευθυντής προσωπικού το νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και στη συνέχεια πολιτεύθηκε αρχικά με τον Βύρωνα Καραπαναγιώτη, με τον οποίον διατηρούσε φιλία και προ του πολέμου και στη συνέχεια με την ΕΠΕΚ του Νικολάου Πλαστήρα.
Εξελέγη βουλευτής Λέσβου το 1951. Στενότερη συνεργάτες του ήταν ο Ευστράτιος Κουτρής, δικηγόρος Αθηνών, ο οποίος κράτησε το χρηματιστηριακό το γραφείο κατά της περιόδου της απουσίας του στο γερμανικό μέτωπο και των κατοχικών φυλακίσεών του και ο Βύρων Πάλλης, γιος του αδελφού του και γραμματικός του, μετέπειτα λυκειάρχης σε πολλά λύκεια της Λέσβου.
Μετά τον θάνατο του Νικόλαου Πλαστήρα πολιτεύθηκε με τον Στεφανόπουλο, ενώ στη συνέχεια αρνήθηκε πρόταση του Γεωργίου Παπανδρέου για συμμετοχή στο δικό του,, λόγω της επιδείνωσης της υγείας του από τα εμφράγματα που είχε υποστεί.
Απέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 65 ετών την 02 Ιανουαρίου 1957.
Ευχαριστούμε θερμά τον Κυριάκο Κουκούλα, που μάς προσκόμισε το υλικό του παρόντος άρθρου, που αποτελεί το βιογραφικό το Αριστείδη Πάλλη και που συνετάγη από τον εγγονό του Χρήστο Σ. Θεοδώρου, δικηγόρο Πειραιώς, βάσει των υποδείξεων της μητέρας του Ελένης Νυμφοδώρας και τον αφηγήσεων της εκλιπούσης γιαγιάς του Φωτεινής Πάλλη.
