Πέτρος Καναρίδης.
Εισαγωγή
Ἐξ άφορμῆς τῆς ἑορτῆς Ἀποστόλου Ἁγίου Ἀνδρέα, 30 Νοεμβρίου «Χαίροις ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, χαίροις σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας στήλη λαμπρά…(ἀπὸ τὰ Μεγαλυνάρια τοῦ Ἁγίου).
Σωφροσύνη καὶ ἀνδρεία, χαρίσματα καὶ άρετὲς τοῦ Ἀγίου Ἀνδρέα ποὺ τὰ βεβαιώνουν ὁ μαρτυρικὸς βίος του καὶ τὸ Ἱεραποστολικὸ ἔργο του.
Σωφροσύνη καὶ ἀνδρεία ἀρετὲς ἀναλλοίωτες στὸ χρόνο ἀπὸ τὸ ἡρωϊκὸ ἰδεῶδες τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν, στὴν κλασσικὴ ἀρχαιότητα, στὸν Χριστιανισμό. Ἰδιαιτέρως δὲ ἐπίκαιρες σήμερα.
Οἱ Ὁμηρικοὶ ἥρωες επιδεικνύουν ἀνδρεία ὄχι μόνο γιά τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ γιὰ τὴν πόλη, τὴν τιμὴ τῶν προγόνων τους καὶ τὴν δικαοσύνη. « Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» Ἰλιάδα Μ 243. (μτφ) Ἕνας εἶναι ὁ ἄριστος οἰωνὸς νὰ μάχεσαι για τὴν πατρίδα.
«Κυρίως δὴ λέγοιτ’ ἄν ἀνδρεῖος ὁ περὶ τὸν καλὸν θάνατον ἀδεής» Αριστοτέλη Ἠθικὰ Νικομάχεια 115α-115β. (μτφ) Κυριολεκτικὰ ἀνδρεῖος μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται ἐκεῖνος ποὺ δὲν φοβᾶται τὸν τιμημένο (γενναῖο) θάνατο
« οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς Πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφροσύνης.» Απόστολος Παῦλος πρὸς Τιμόθεον Β 1-7. Διότι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως, ἀγάπης καὶ σωφροσύνης.
Κύριο άρθρο
«Ἐξ ἀνδρείας τὸ ὄνομα καὶ περὶ ἀνδρείας ὁ λόγος»
Στὴ χορεία τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ Ἀπόστολος Ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ Πρωτόκλητος, ὁ ὁποῖος ἀπὀ ἄσημος ἁπλοϊκὸς ψαρᾶς κατέστη «ἁλιεύς ἀνθρώπων» καὶ ἀναδείχθηκε μέγας δάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι δὲ ὁ φλογερὸς Ἑλληνιστὴς Ἁπόστολος διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς ἔστειλε τὴν εὐλογία του στὸ Ἑλληνικὸ Γένος.
Ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Σίμωνος Πέτρου καὶ ἀμφότεροι υἱοὶ τοῦ Ἰωάννη ἤ Ἰωνᾶ καὶ τῆς Ἰωάννας. Γεννήθηκε στὴν Βησθαϊδὰ τῆς Γαλλιλαίας, πόλης μὲ ἑλληνικό-ἑλληνιστικὸ περιβάλλον.
Ὠς πνεῦμα ἀνήσυχο γίνεται μαθητὴς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ καὶ φαίνεται ὅτι ἦταν παρὼν, ὅταν ο Ἰωάννης ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του τὸν Κύριο καὶ εἶπε « Ἰδοῦ ὁ άμνὸς τοῦ Θεοῦ ὀ αἴρων τὴν «ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Αὐτὴ ἡ φανέρωση τοῦ Μεσσία ἔκανε προφανῶς τὸν εύσεβῆ ψαρᾶ νὰ ἀκολουθήσει πρῶτος τὸν Κύριο χωρὶς δισταγμὸ ἐξ οὗ καὶ Πρωτόκλητος. Ἐξ οὗ καὶ τὸ πρῶτο δεῖγμα ἀνδρείας του.
Ἀνδρεία θαυμάσια ἐπέδειξε καὶ, ὅταν εὐθύς ἀμέσως μεταφέρει τὴν εἴδηση στὸν ἀδελφό του, Πέτρο, τὸν ὁποῖο μαζὶ μὲ τὸν συντοπίτη Φίλιππο τοὺς ὁδηγεῖ στὸν Ἰησοῦ παρακινώντας καὶ προσκαλώντας καὶ τοὺς δύο στὴν χαρὰ αὐτῆς τῆς Δεσποτικῆς συναναστροφῆς, δεῖγμα ἀγάπης, κοινωνικότητας καὶ ἔναυσμα τῆς οἰκουμενικότητάς του.
Ἀνδρεία ἐπἰσης ὑπερβάλλουσα ἀπαιτεῖται, γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει κάποιος τὰ ὑπάρχοντά του καὶ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὸ κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ: « δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιέας ἀνθρώπων»
Ἀποτέλεσμα ἀνυπεβλήτου ἀνδρεἰας εἶναι καὶ τὸ καρποφόρο ἰεραποστολικὸ ἔργο του, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκχριστιάνισε ἀρχαίους λαοὐς. Συνάντησε δὲ συχνὰ βαρβαρικοὺς λαοὺς καὶ ἐχθρικοὺς οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπέβαλαν σὲ ποικίλα καὶ φρικτὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπισε μὲ ἀπαράμιλλη Πίστη καὶ ἐξῆλθε νικηφόρος ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι καὶ τὴν σωματικὴ ἀντοχὴ καὶ ἀνδρεία του. Ἀκούραστος περιόδευσε σὲ ὅλη τὴν Βιθυνία, Σκυθία , Κριμαία, Καππαδοκία, Μακεδονία, Θράκη, Πόντο, Κύπρο
Τὸ 38 μ.Χ. φθάνει στὸ Βυζάντιο, πόλη μὲ εξαιρετικὴ στρατηγικὴ σημασία ποὺ εἶχαν κτίσει τὸ 637 π.Χ. οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀπὸ τὰ Μἐγαρα κατὰ τὸν δεύτερο ἑλληνικὸ ἀποικσμὸ.
Εκεῖ αφοῦ μίλησε με τοὺς κατοίκους καὶ τοὺς διαφώτισε γιὰ τὶς διαχρονικὲς ἀλήθειες ποὺ κρύβουν τὰ λόγια τοῦ Θεανθρώπου καὶ Διδασκάλου του Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀνήγειρε μὲ τὴν συνδρομή τους, ἄν ὄχι τὸν πρῶτο, ἕνα ἀπό τοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς Ναοὺς. Ὡς πρῶτο δὲ Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως χειροτόνησε τὸν Στάχυ, ἕνα ἀπό τοὺς ἑβδομήντα Ἀποστόλους. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔγινε ἱδρυτὴς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως προδιαγράφοντας ἔτσι τὴν παγκόσμια αἴγλη της καὶ οἰκουμενικότητα. Ἄς σημειωθεῖ δὲ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τὸν 4ο αἰῶνα ἐξελίχθηκε σὲ 1ο Πατριαρχεῖο τῆς Ἀνατολῆς καὶ Ἐπίσκοπός της κατέστη ἀπό τὸν 7ο αἰῶνα Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης.
Ἀκαταπόνητος καὶ ἀκατάβλητος ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας μετὰ ἀπό ὅλη τὴν εὐδόκιμη Ἱεραποστολική του περιοδεία κατέληξε στὴν Πάτρα, ὅπου κορυφώνεται ἠ μαρτυρική του πορεία μὲ τὸν
σταυρικό θάνατό του σὲ χιαστὸ σταυρὸ σφιχτὰ δεμένος μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω 30 Νοεμβρίου τὸ ἔτος 60 μ.Χ.
Ἐξ ἀνδρείας λοιπὸν τὸ ὄνομα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ περὶ ἀνδρείας στὴν συνέχεια ὁ λόγος μὲ ἀναφορὰ στὴν χριστιανικὴ ἀντίληψη καὶ στὸν φιλοσοφικὸ στοχασμὸ τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος ὡς πρὸς τὴν ἀξία τῆς ἀνδρείας ὡς ἠθικῆς ἀρετῆς.
Ἀρχικῶς ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ( 1731-1800 Ἀρχιεπίσκοπος τῶν νοτίων περιοχῶν τῆς ρωσσικῆς Αὐτοκρατορίας ) Λόγιος καὶ Θεολόγος ἀναφἐρει σχετικὰ στο «Κυριακοδρόμιό» του: « Ἡ ἀνδρεία εἶναι μήτηρ πολλῶν τῆς ἀρετῆς κατορθωμάτων. Περὶ τῆς άνδρείας ὁμιλῶ οὐχὶ τῆς σωματικῆς, ἀλλὰ τῆς ψυχικῆς, ἡ ὁποία καὶ μεγαλοψυχία λέγεται. Τὴν σωματικὴν άνδρεία γεννᾶ ἡ φύσις . Τὴν δὲ ψυχικὴν ἡ προαίρεσις, ἡ ἐλευθέρα βούλησις.»
Εἶναι ἀξιοσημείωτο μάλιστα ὅτι σε ὅλα τὰ ὑπεράνθρωπα ἀγωνίσματα, τὰ ἆθλα καὶ τὰ παλαίσματα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ Ὁσίων Ἀσκητῶν βλέπουμε καθαρὰ ὅτι ὑπάρχει καρπὸς ἀνδρείας-γενναιοψυχίας-μεγαλοψυχίας. Ἀντιθέτως ἡ μικροψυχία καὶ ὁ φόβος ἐμποδίζουν τῆς άνδρείας τὴν κατόρθωσιν.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἀκοῦμε τὸν Σολομῶντα νὰ παραγγέλλει καὶ νὰ παροτρύνει τὸν Δαυίδ « ἴσχυε, ἀνδρίζου καἰ πρᾶττε , μὴ φοβοῦ»
Στὸ δὲ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγἐλιο (στ. 10, 28) διαβάζουμε «Μὴ φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι. Φοβηθῆτε δὲ μᾶλλον τὸν
δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεεννῆ (γέεννα= κὀλαση) , « Καὶ μὴ φοβηθῆτε αὐτοὺς ποὺ σκοτὠνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν τὴν ψυχὴ νὰ σκοτώσουν. Νὰ φοβηθῆτε περισσότερο αὐτὸν ποὺ μπορεῖ νὰ σκοτώσει τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ρίξει μαζὶ μὲ τὸ σῶμα στὴν κόλαση»
«Τὶ γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσει τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθεῖ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;» Γι’ αὐτὸ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι μεγάλο πρᾶγμα….Διώχνει τὸν φόβο ποὺ φέρει δειλία καὶ γεννᾶ τὴν ἀρετὴ ὡς ἀνδρεία. Ἀμεσα λοιπὸν συνδέεται ἡ ἠθικὴ ἀρετὴ τῆς άνδρείας μὲ τὴν ψυχή.
Κατὰ τὸν Πλάτωνα ἠ ἀληθινὴ ἀνδρεία προβάλλεται ὡς οὐσιώδης ἀρετὴ τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητας καὶ ἐνσαρκώνει τὴν ἠθικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Δίνει ἔκταση , ἔνταση, αἴγλη καὶ κῦρος σὲ μία πορεία ἠθικῆς φυσιογνωμίας του άνθρωπίνου γένους.
Θεωρεῖ μάλιστα ὁ Πλάτων τὴν ἀνδρεία μία ἀπό τὶς τἐσσερεις θεμελιακὲς ἀρετὲς γιὰ τὴν ἰδανικὴ πολιτεία ποὺ ὁραματίζεται. Οἰ ἄλλες τρεῖς εἶναι ἡ σωφροσύνη, ἠ σοφία καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ἔτσι συνδέεται ἠ ἠθικὴ μὲ τὴν πολιτικὴ.
Ἀρκούντως ἐνδιαφέρουσα καὶ διδακτικὴ άρχικῶς πρὸς τοὺς νέους εἶναι «ἡ διερεύνηση τῆς ἀνδρείας ἀπό τὸν Ἀριστοτέλη ὡς διαχείριση φόβου ἀπέναντι στὶς καταστάσεις ποὺ τὸν προκαλοῦν . Ὁ Ἀριστοτέλης τποθετεῖ τὴν άνδρεία στὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ ὅρια κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ φόβος θεωρεῖται φυσιολογικὸ καὶ ἀλληλένδετο συναίσθημα μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ φόβος ( ἐκ τοῦ φεύγω) εἶναι ταυτόσημος μὲ τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης ὡς ἀμυντικὸς μηχανισμὸς σὲ άπειλητικὲς καταστάσεις.
Ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπόψεως δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ δὲν αἰσθάνεται φόβο. Μάλιστα δὲ ἡ ἔννοια τοῦ ἀτρομήτου άντίκειται στὴν ἀνθρώπινη φύση.
Τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς βεβαιώνει τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ραψωδία «ε» στ. 295-300 τῆς Ὀδύσσειας « Μαζὶ νοτιᾶς λεβάντες χίμηξαν κι ὁ ἀνήμερος πουνέντης, μαζὶ βοριᾶς αἰθερογένητος τρανὸ κυλώντας κῦμα. Καὶ τότε τοῦ Όδυσσέα τὰ γόνατα λύθηκαν καὶ ἡ καρδιά του καὶ μὲ βαρὺ καημὸ στὴν πέρφανη γυρνάει καὶ λέει ψυχή του. ‘’ Ἀλὶ σὲ μένα τὸν τρίσμοιρο ΄τὶ θ’ ἀπογίνω τώρα; ‘’
Ἡ ἀνδρεία λοιπὸν ὡς ἀνθρώπινη ἀρετὴ δὲν εκμηδενίζει τὸν φόβο, ἀλλὰ τὸν μετριάζει. Εἶναι ‘’τὸ μέρτον ἄριστον’’ , ἡ μεσότητα ἀνάμεσα στὸ θράσος καὶ τὴν δειλία .
Ὁ ἀνδρεῖος λοιπὸν ὡς ἐκφραστὴς τοῦ μέτρου προβαίνει σὲ ἐνάρετες πράξεις αὐταπάρνησης ὄχι ἀπὸ ἀγάπη στὸν κίνδυνο ἤ ἀπὸ ἐπίδειξη πρὸς ἄλλους. Ἀλλὰ συνειδητὰ ρίχνεται στὴ φωτιὰ, γιὰ νὰ σώσει, νὰ βοηθήσει τὸν συνάνθρωπό του. Συνειδητὰ ριψοκινδυνεύει γιὰ κάθε καλὸ καὶ ὐψηλὸ σκοπό.
Ἀνδρεῖος ἑπομένως δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει φόβο,ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τὸν ἀντέχει καὶ τὸν ὐπερνικάει καθ’ ὐπέρβασιν τοῦ ἐαυτοῦ του.
Ἔτσι ἡ ἀνδρεία ὡς ἀξιοπρέπεια καὶ ὄχι ἀφοβία καὶ ἀφροσύνη λαμβάνει καὶ πολιτικὲς διαστάσεις, ἀφοῦ μόνο ὁ ἀνδρεῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ σταθεῖ στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων πρὸς χάριν τοῦ συνόλου τῆς πόλεως ὡς κοινωνίας γιὰ τὴν εὐημερία της, τὴν πρόοδὀ της, τὴν ἐξέλιξή της σὲ ἀνώτερες σφαῖρες κοινωνικοῦ βίου μὲ ἁρμονικὴ συμβίωση καὶ δημιουργικότητα.
Ἡ πολιτεία ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνδρείους πολίτες δὲν ἔχει νὰ φοβηθεῖ ἀπό πολλά, γιατὶ ἔχει πολίτες ποὺ δαμάζουν τὸν φόβο, ὅταν αὐτὸ χρειασθεὶ καὶ γιὰ τὴν πραγματικὴ αἰτία ποὺ θὰ χρειασσθεῖ.
Ἡ πόλη, ἡ κοινωνία, ἡ χώρα μὲ ἀνδρείους πολίτες δὲν φοβᾶται τυράννους, ἐξουσιστὲς καὶ ἐξωτερικοὺς ἐχθροὐς.
Ἡ ἱκανότητα μάλιστα τοῦ πολίτη νὰ ἐντοπίζει ἐπακριβῶς τὸ σημεῖο τῆς ἀνδρείας διαχωρίζοντάς το ἀπὸ τὴν θρασύτητα ὑποδηλώνει φρόνηση.
Ὁ ἄφρων δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνδρεῖος, ὁ σώφρων εἶναι ἀνδρεῖος.
Σήμερα βεβαίως , ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, λείπει αὐτὴ ἡ σωφροσύνη ποὺ μαζὶ μὲ τὴν δικαιοσύνη ἀποτελοῦν τὰ συστατικὰ τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς ( Πλάτωνος «Πρωταγόρας» 323 α) ποὺ ἐπίσης , ὅσο ποτὲ ἄλλοτε ἀγνοῦν ἤ μᾶλλον περιφρονοῦν οἱ σύγχρονοι πολιτικοὶ ἡγἐτες ἐν πολλοῖς ἀνὰ τὴν οἰκουμένη.
Γι’ αὐτὸ καὶ πλῆθος γεγονότων καὶ πολιτικῶν πράξεων ἔχουν τὴν σφραγίδα ἀδικίας. Πὀλεμοι, ὄλεθρος, λιμοκτονίες μισαλλοδοξία ,ἀλαζονεία δυστυχῶς κυριαρχοῦν.
Ὅμως μήνυμα ἐλπίδας καὶ αίσιοδοξίας ἀναδύεται ἀπὸ τὸ Ἀποστολικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Τὸ περίσσευμα τῆς ἀνδρείας του μὲ τὸ ἠθκὸ μεγαλεῖο, ποὺ φέρει, μποροῦν νὰ ὁπλίσουν ἕνα δίκαιο ἀγῶνα, μὲ σκοπὸ τὸ κόσμημα αὐτὸ τῆς Δημιουργίας, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος , ἐκ νέου νὰ κοσμήσει μὲ τὶς ἀρετὲς του τὸν κόσμο τοῦτο.
Διδακτικὰ καὶ ένθαρρυντικὰ πρὸς τοῦτο εἶναι τὰ τελευταῖα λόγια πρὸς τοὺς παρευρισκομένους χριστιανοὺς,
καθῶς ἦταν ἐσταυρωμένος χιαστί : «Ἀποτινάξασθε πᾶσας τὰς κοσμικὰς ἐξουσίας , ἀποτινάξασθε τὴν ραθυμίαν καὶ τὸν ζὸφον ἀπὸ τὴν καρδίαν ὑμῶν καὶ γίνεσθε καθαροὶ καὶ τέλειοι, ἄμεμπτοι καὶ ἀνεπίληπτοι τῶ καθαρῶ καὶ Θεῶ ἡμῶν.
Λόγια μὲ διαχρονικὴ ἀξία καὶ πάντως ἐπίκαιρα ὡς μήνυμα γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Κι ἐμεῖς ὡς σύγχρονοι ἄνθρωποι νὰ μὴν λησμονοῦμε ὅτι « ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ κέντρου τοῦ κύκλου τῆς ζωῆς , ἀλλὰ ὅμως δὲν εἶναι ὀ ἴδιος ὁ κὺκλος τῆς ζωῆς. Ἀνήκουμε στὸν κόσμο, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ κόσμος δὲν μᾶς ἀνήκει, δὲν εἶναι κτῆμα μας. Εἴμαστε διαχειριστὲς τῆς ζωῆς καὶ ὄχι ἰδιοκτῆτες της. Δὲν εἴμαστε δοῦλοι τοῦ κόσμου, οὔτε ὅμως καὶ ἀφεντικά του.» ( Μάριος Μπέζος ‘’ὁ κοινωνισμὸς τοῦ ἀνθρωπισμοῦ’’ Εὐθύνη τεῦχος 420)
Ἀναγκαία λοιπὸν ἡ στροφὴ στὴν μοναδικὴ πηγὴ σωτηρίας ποὺ εἶναι τὸ άνθρωπιστικὸ ἰδανικὸ ποὺ ὐψώνει τὸν ἄνθρωπο ὡς ὐπερτάτη ἀξἰα τοῦ κὀσμου τούτου.
« Ὡς χαρίεν ἔσθ’ ἅνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ἦ.» Πόσο χαριτωμένος , εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος. Ἔκδηλη ἠ προγονικὴ σοφία στὸ ἀπόφθεγμα τοῦ ὀνομαστοῦ ποιητῆ Μενάνδρου. Ἁπλὸ στἠν διατύπωση, ἀλλὰ σοφὸ στὴν σύλληψη.
