ΓΙΑ ΦΙΛΙΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΔΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ
Σήμερα 14 Οκτώβρη τιμάται η μνήμη τού Αγίου Ιγνατίου Επισκόπου Μηθύμνης και πανηγυρίζει περίλαμπρα το ιστορικό εδώ και αιώνες Μοναστήρι του, εκεί στην περιοχή Καλλονής-Δαφίων και Φίλιας, γνωστό ως η Ιερά Μονή Λειμώνος που φέτος συμπληρώνονται πεντακόσια χρόνια απ’ την ίδρυσή της! Χιλιάδες οι επισκέπτες απ’ όλο το νησί και ξένοι και ειδικότερα τα χωριά τού Δήμου Δυτικής Λέσβου.
Στην Φίλια αρκετοί οι εορτάζοντες συντοπίτες με το όνομα αυτό, Ιγνάτηδες (Γνάτδις τσι Γνατούδις) και τους συνοδεύουν οι ευχές όλων για υγεία και μακροημέρευση! Πολλοί όμως και οι προαπελθόντες εδώ και χρόνια συγχωριανοί με το ίδιο όνομα, που κατά τα πιστεύοντα μας… θα γεύονται εκεί στα ουράνια την ονομαστική τους αυτή εορτή, και η σκέψη μας τώρα προς αυτούς και η ευχή μας για αιώνια ανάπαυση, ας είναι το μνημόσυνό τους!
Εδώ τώρα, απ’ όλους τους προαπελθόντες Φιλιανούς Ιγνάτηδες, θα ξεχωρίσουμε με ιδιαίτερη συναισθηματική διάθεση και ιερή αναπόληση στο παρελθόν, έναν διαφορετικό Ιγνάτιο, καλοκάγαθο, πτωχό τώ πνεύματι ή όπως το λέμε απλά “έναν αγαθό τύπο” που τον αγαπούσαν όλοι αλλά και τον πείραζαν και δη τα παιδιά, κι εκείνος με το δίκιο του τα πετροβολούσε ν’ απομακρυνθούν βρίζοντας “άντι στ διαβόλ τη μάνα, παλιουμπαστάρδ”! Ήταν “”του Γνατέλ’ τς Μαμής””, ηλικίας απ’ ό,τι θυμάμαι, μικρός όντας εγώ γύρω στα οχτώ μου, πρέπει να ήταν αυτός είκοσι με εικοσιπέντε ή πιο πάνω χρονών και έμενε εκεί κοντά στην Πλατεία πίσω από το σπίτι τού Κόντη (Μανουλέλ’ ) με την πάμφτωχη μάνα του που ξενοδούλευε για να συντηρούνται και να τον περιποιείται. Το Γνατέλ’ όμως έκανε και δουλειές, χουσμέτια, που τον έστελναν νοικοκυρές να πάει κάτι σε κάποιο σπίτι εκεί κοντά ή στον μπακάλη, ή φούρνο, αλλά το κυριότερο ήταν… ο νεροκουβαλητής, πάλι εκεί στα γύρω σπίτια και στα καφενεία. Δίκτυο ύδρευσης δεν υπήρχε τότε, παρά μόνο αρκετές βρύσες σ’ όλο το χωριό για τις ανάγκες τών σπιτιών. Με δυό γκαζοτενεκέδες με ειδικό ξύλινο χερούλι από πλευρά σε πλευρά, έναν από κάθε χέρι, το Γνατέλ’ κουβαλούσε το νερό στα σπίτια και πάντα με αμοιβή κάτι φαγώσιμο.
Η περιοχή δράσης του, ήταν ο Πλάτανος με τα καφενεία, η κάτω πλατεία και το Πγαδ. Απ’ τις Φιλιανές νοικοκυρές όμως, που τον είχε γενικά υπό την προστασία της και στο φαΐ και στο ντύσιμο, αλλά ήταν και ο νεροκουβαλητής της, ήταν η Σαπφώ, σύζυγος τού Γιάννη Αναστασιάδη, που είχαν και το κεντρικό καφενείο, όπως και τώρα, στην πλατεία στον Πλάτανο. Πολλές φορές το Γνατέλλ’ τα έβαζε… μαζί της και αιτία ήταν η ανιψιά της η Μαριανθούλα (θεός σχωρέστην κι αυτή, ήταν υπέροχη νοικοκυρά σε όλα της). “”Διαβόλ τ ναμκιόρσα ντ Ζαμφώ (Σαπφώ) που δε μ του διν’ του Μαριανθέλ'”” έλεγε με αγανάκτηση πλήρης έρωτος! Την Πρωτοχρονιά έλεγε και τα κάλαντα… ό,τι του ερχόταν στο μυαλό: “”Άγιους Βασίλης έρχιτι τσι δε μάς καταδέχιτι, απού την Κισαρεία, τής Ζαμφώς, τής Ζαμφώς του παλικάρι”’!
Έτσι λοιπόν, μ’αυτά και μ’αυτά, στην δευτέρα τάξη τού δημοτικού όντας εγώ, ακούω κάποια μέρα πρωΐ-πρωΐ την καμπάνα τής εκκλησίας να χτυπά πένθιμα. “”Μαμά γιατί χτυπά η καμπάνα;”” ρώτησα την δασκάλα τότε μητέρα μου. “”Πέθανε παιδί μου τού Γνατέλη η μαμά””! Μελαγχόλησα, δάκρυσα, έμεινα για λίγο σκεπτικός και μετά αυθόρμητα πήρα το μολύβι και το χαρτί κι έγραψα το πρώτο μου ποίημα: “” Ο θάνατος μιάς μάνας!—- Πρωΐ-πρωΐ ακούστηκε // ο ήχος τής καμπάνας // κι αμέσως εμαθεύτηκε // ο θάνατος μιάς μάνας. // Μιάς μάνας απροστάτευτης,// μιάς μάνας πονεμένης…””κ.λ.π. Αυτούς τους έξι στίχους τους θυμάμαι ακόμα!. Υπάρχει το ποίημα ατόφιο στο ίδιο χαρτί γραμμένο, αλλ’ όμως κάπου το’χω καταχωνιασμένο που κάποια στιγμή θα βρεθεί. Το ρεζουμέ πάντως στο ποίημα αυτό, ήταν το… ποιος μετά τον θάνατο τής μάνας θα προστάτευε το Γνατέλ’, ποιος θα είχε την έγνοια του και θα του χάριζε στοργή!
Τα χρόνια από τότε πέρασαν, εμείς ως οικογένεια μετοικήσαμε στην Μυτιλήνη για το Γυμνάσιο εγώ, ακολούθησα και το μεγάλωμα τής ηλικίας όπως όλοι, η ζωή συνεχίστηκε με τις εναλλαγές της, καλές και κακές, εναλλαγή και στις εικόνες πότε στην Μυτιλήνη, πότε Αθήνα κι αλλού, αραιά και πού, πηγαιμός και στην Φίλια, ξεθώριασαν και οι παλιές εικόνες στην θύμηση, ξεχάστηκε και το Γνατέλ’!
Έτσι ύστερα από πολλά χρόνια κάπου το 1983 με 84, έλαχε να πάω στο Άσυλο Ανιάτων στην Αγιάσο για ένα ρεπορτάζ. Εκεί μεταξύ τών άλλων, καθώς περιδιάβαινα στις αίθουσες όπου ήταν οι τρόφιμοι, βλέπω ξαπλωμένο στο κρεβάτι κάποιον με γεροντική όψη, που συνειρμικά κάτι και κάποιον μού θύμισε. Βγαίνω απ’ έξω και ρωτώ με τρόπο μια νοσοκόμα που περνούσε “”πώς λέγεται αυτός εκεί;”” Έριξε μιά ματιά και μού λέει “”Γνάτιος Βατουσιανός μού φαίνεται'”! Προχωρώ και στέκομαι μπροστά του. “”Τι γίνεται, είναι καλά εδώ;”’ τού είπα. Με κοίταξε καλά, με ξανακοίταξε… και μού λέει με σταθερή φωνή “”ισύ είσι τ Χατζημανώλ'”‘! Έμεινα άναυδος. “”Ιγώ είμι Γνάτγι, ιγώ είμι βρε Γνατέλ’, πού μι κατάλαβις;””. Δεν απάντησε, μόνο με κοίταζε με τέτοιο τρόπο που έδινε την εντύπωση ότι εκείνη την στιγμή θα στριφογύριζαν στο μυαλό του ανάκατες εικόνες απ’ τα περασμένα στο χωριό. “”Θέλ’ς να πάμι στ Φίλια;”” τον ρώτησα. “”Άϊ τσι συ, τίλουγια;”” είπε. “”Είνι καλά έδιου;”” επέμενα εγώ. “”Αμ τι, αμ τι…”” είπε και γύρισε το πλευρό αντίθετα. Δεν συνέχισα άλλο, κοντοστάθηκα λίγο και έφυγα διακριτικά φορτωμένος αναμνήσεις και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά! Η έγνοια μου πάντως κατά το ποίημα για το ποιος θα προστάτευε το Γνατέλ’, επαληθεύτηκε με το ενδιαφέρον θεία βουλήσει τών Φιλιανών, να βρει με την πάροδο τού χρόνου,προστασία στο Άσυλο! Ύστερα από κάποια χρόνια άφησε αυτόν τον μάταιο κόσμο!
Να πω τώρα το “”Θεός σχωρέστον””; Να τού ευχηθώ ανάπαυση ψυχής; Δεν χρειάζεται, δεν τα έχει ανάγκη αυτά το Γνατέλ’ αλλογυρίζοντας εκεί στα ουράνια παρτέρια, όχι ως νεροκουβαλητής, ούτε να το πειράζουν τα παιδιά, αλλά απολαμβάνοντας την δροσιά με αγγελικές παρέες γιορταστικά για την ονομαστική του γιορτή! Του Γνατέλ’ του καλουκάγαθου, του καλουπάταγου, του φουρκισμένου απ’ του πείραγμα, του Γνατέλ’ τς Μαμής!
*************
Σημείωση: Εννοείται ότι πολλοί που θα το διαβάσετε αυτό, θα ξέρετε περισσότερα για του Γνατέλ’, λόγω συχνής επαφής με το χωριό ή διαμονής εκεί, μια και εγώ έφυγα μικρός απ’ την Φίλια. Δεν έχετε παρά να τις απλώστε στον καμβά τών αναμνήσεων για κοινή αναγνωστική απόλαυση απ’ τα παλιά!
Χατζημανώλης Βαγγέλης
