IMG

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

Στο μέσον της διαδρομής, από τη Βρίσα στον Πολιχνίτο Λέσβου, βρίσκεται η αγροτική περιοχή με το όνομα Δροκόπια. Παλαιός οικισμός ( Καρατζάνος, Πολιχνιάτικα Ιστορήματα σ. 57 ) με λείψανα τοιχοδομίας και κεραμικών ευρημάτων του 4ου έως 6ου αιώνα και συνέχιση στον 7ο, ως και λείψανα παλαιοχριστιανικού μικρού εκκλησιαστικού πυρήνα, που εξυπηρετούσε τον αγροτικό πληθυσμό ( Χαρι-τωνίδης. Παλαιοχριστιανική Τοπογραφία της Λέσβου, ΑΔ 23(1968), Μελέται 10-69).

Στον παλαιό οικισμό αυτό λειτούργησε υδρόμυλος για το άλεσμα σιτηρών, από την προβιομηχανική εποχή του 19ου αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 περίπου. Η ονομασία του παλαιού οικισμού αυτού παραπέμπει σε τόπο με νερά και προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη Υδροκόπια/Δροκόπια, όπου η πρώτη συλλαβή υδρο- είναι σχετική με το νερό και η δεύτερη με το επίθημα -κόπια, να σημαίνει τόπο, περιοχή, όπως απαντάται σε πολλά μικροτοπωνύμια.

Οι υδρόμυλοι βασίζονταν στην ενέργεια του κινούμενου νερού των ποταμών και των πηγών, που αξιοποιούνταν για την παραγωγή μηχανικής ενέργειας και τη μετάδοση της στις μυλόπετρες, για το άλεσμα των δημητριακών.

IMG
IMG

Ο υδρόμυλος στα Δροκόπια χρησιμοποιούσε το νερό του Αλμυροπόταμου για το άλεσμα σιταριού και μαζί με δεκάδες άλλους στη Λέσβο, αποτελούσαν την παραδοσιακή και τεχνολογική πρακτική στην παρασκευή αλεύρου.

Αναφορές για τη λειτουργία υδρομύλων στη Λέσβο υπάρχουν ακόμη από το 15ο αιώνα της εποχής των Γατελούζων, όπως και στην Οθωμανική περίοδο, το 16ο και 17ο αιώνα ( Μ. Αξιώτης, Οι Υδρόμυλοι στη Λέσβο-διδακτορική διατριβή- σ. 130-140).

Στον οικισμό αυτό το έτος 1942, στις 31 Αυγούστου, βρέθηκε κατά τη διάρκεια αγροτικών εργασιών, στο κτήμα Κ. Πατσατσή, από τον Γεώργιο Κουτσέλη, θησαυρός δεκαεπτά (17) βυζαντινών νομισμάτων, εποχής του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-640 μ.Χ) και παραδόθηκαν από τον Γερμανό W. Kraiker στο Νομισματικό Μουσείο Αθήνας( Χαριτωνίδης ο.π

Τα νομίσματα ήσαν χρυσά και λέγονται σόλιδοι ( solidus ), διάσημο νόμισμα της εποχής, που καθιερώθηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο και ήταν το πολυτιμότερο και ασφαλέστερο νόμισμα συναλλαγών για σχεδόν οκτώ αιώνες.

Το βάρος ήταν τεσσεράμισι γραμμάρια και εάν αναγάγομε την αξία του στη σημερινή μας εποχή, θα ισοδυναμούσε περίπου με τετρακόσια ευρώ το καθένα.

Θησαυρός λέγεται επίσης ότι βρέθηκε και στην σημερινή αγροτική περιοχή Αρά Πολιχνίτου ( Καρατζάνος σ. 164 ), χωρίς να προσδιορίζεται το είδος και η χρονολόγηση του. Με τον όρο “Θησαυρός” εννοούμε σύνολο μεγάλων σχετικά ποσών νομισμάτων, πολυτίμων αντικειμένων ή κειμηλίων, που συγκεντρώνονται και φυλάσσονται συνήθως με τρόπο που είναι δύσκολο να ευρεθούν από άτομα που δεν έχουν σχέση με τους ιδιοκτήτες. Οι θησαυροί κρύβονται, για τη προστασία περιουσίας σε περιόδους πολέμου, επιδρομών και αναταραχών, από εύπορους κατοίκους ή προσφύγων της Μικράς Ασίας, για τη Λέσβο.

Τα εργαστήρια κοπής αυτών των νομισμάτων των Δροκοπίων ,προσδιορίζονται σε δέκα και ο χρόνος κοπής των, μεταξύ των ετών 616 έως 625 για 16 νομίσματα από τα 17 και ένα μεταξύ 625 έως 629 ( Μ. Γαλάνη –Κρίκου κ.α, «Σύνταγμα Βυζαντινών Θησαυρών, 2002, σ. 71-72 ).

IMG
Στον ίδιο αυτόν 7ο αιώνα και στην περίοδο των αυτοκρατόρων Φωκά και Ηρακλείου, προσδιορίζεται και ο θησαυρός που βρέθηκε στη θέση Κράτηγος της Μυτιλήνης το έτος 1951 και η απόκρυψη αυτών αποτελεί μια επιπλέον απόδειξη της κρίσης που συντάραξε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, στις αρχές αυτού του 7ου αιώνα, από διάφορους εχθρούς.

Ο αρχαιολόγος Γιάννης Τουράτσογλου και συνεργάτες (Ο Θησαυρός υης Κρατήγου Μυτιλήνης, 2008 ) αναφέρουν σαν αιτιολογία κατάχωσης του θησαυρού των Δροκοπίων και Κρατήγου , τον κίνδυνο που προκλήθηκε από τους Πέρσες, που επέδραμαν και λεηλάτησαν τη Μ. Ασία, προσδιορίζοντας το έτος 625/626 σαν έτος απόκρυψης αυτών, χωρίς να αποκλείουν σαν αιτιολογία τις επιθέσεις και λεηλα-σίες από τους Αβαροσλάβους, την εποχή εκείνη.

Αναλύοντας, θα λέγαμε ότι ο κίνδυνος αυτός των Περσών ήταν σχετικά μικρός για τους κατοίκους του οικισμού των Δροκοπίων και των γύρω περιοχών, διότι οι Πέρσες δεν είχαν στόλο για να περάσουν στο Αιγαίο και στα νησιά και δεν ασχολήθηκαν ποτέ με πειρατεία ή ναυτικές επιδρομές και λεηλασίες, διότι επιπρό-σθετα δεν υπήρχε στρατηγικός λόγος ή όφελος.

Οι Πέρσες βέβαια στο μεγάλο πόλεμο με το Bυζάντιο(602-628 ), αφού κατέλαβαν τη Συρία την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη με την αρπαγή του Τιμίου Σταυρού το έτος 613, ο βασιλιάς Χοσρόης Β’ εξαπέλυσε βαθιά εισβολή στη Μ. Ασία, με τον ικανό-τατατο στρατηγό Σαρβαραζά να φθάνει δυτικά μέχρι την Πέργαμο και Έφεσο το 617, τις οποίες και λεηλάτησε.

Δεν πρόκειται για μόνιμη κατοχή, αλλά για στρατιωτική κατάληψη και λεηλασία, μέχρι το έτος 622 κατά το οποίο ο αυτοκράτορας Ηράκλειος σε μία νίκη κατ’ αυτών, τους ανάγκασε να εκκενώσουν τη Μ. Ασία.

Οπωσδήποτε λοιπόν υπήρξε ένας μεγάλος κίνδυνος για τους κατοίκους της Μ. Ασίας και ιδιαίτερα αυτών της Εφέσου και Περγάμου για τα έτη 615-622, με την κατάληψη αυτών και τη λεηλασία τους, ώστε να αναγκάσει κάποιον ή κάποιους να περάσουν στη Λέσβο ως πρόσφυγες και να αποκρύψουν κινητές περιουσίες, γεγονός που μπορεί να συνδεθεί με την απόκρυψη του Θησαυρού της Κρατήγου.

Ο φόβος όμως των ντόπιων κατοίκων των Δροκοπίων για επιδρομή Περσών από τη Μ. Ασία, με συνέπεια την απόκρυψη θησαυρού, παραμένει ασθενής σαν υπόθεση.

Πιο πιθανός ίσως κίνδυνος που μπορεί να αναφερθεί, είναι αυτός των ντόπιων ληστρικών ομάδων, που εκμεταλευόμενοι την αδυναμία του Κράτους την εποχή εκείνη, δρούσαν περιστασιακά, παρά ο κίνδυνος από τους Πέρσες, τουλάχιστον για τους ντόπιους κατοίκους των Δροκοπίων.

Όμως, στη περίοδο αυτή, ο μεγάλος κίνδυνος για τη Λέσβο και γενικότερα για τα νησιά του Αιγαίου προήλθε από τους Σλάβους, είτε μόνοι τους είτε σε συνεργασία με τους Αβάρους, όταν το 623 εισέβαλαν στη νότιο Θράκη και από εκεί με τα μονόξυλα τους προέβησαν σε επιδρομές και λεηλασίες των νησιών στο Αιγαίο έως και την Κρήτη ( Παν. Γιαννόπουλος, Βυζαντινοί και Σλάβοι στην Ελλάδα, σ. 198, Αθήνα 2018), αν και μερικοί μιλούν επιπρόσθετα για προσωρινή εγκατάσταση των, σε ορισμένα μέρη των νησιών του ΒΑ Αιγαίου, όπως μας θυμίζει σήμερα το τοπωνύμιο, στην αγροτική περιφέρεια ανάμεσα του Κλομιδάδου ( Νάπης ) και Μανταμάδου στη Λέσβο, με τη χαρακτηριστική ονομασία “Σκλαβούνα” ( Malamut I, σ. 235, 1988 ), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να γίνει λόγος για “Σκλαβηνίες” στα νησιά του Αιγαίου, σε αντίθεση με περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου παρατηρούνται εδάφη υπό σλαβικό έλεγχο, με αυτόνομη πολιτική οργάνωση (βλ. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα 1995 σ. 38 ).

Οι Σλάβοι συνέχισαν τις επιδρομές με τα μονόξυλα τους, λεηλατώντας τα νησιά του Αιγαίου και μετά την αποτυχία κατάληψης της Κωνσταντινούπολης το 626 και την διαμάχη τους με τους Αβάρους ( Στράτος, 7ος αι., 1965 ). Επιδρομές και λεηλασίες από τους Σλάβους επίσης, περιγράφονται το έτος 614 ( Malamut ο.π, σ.289 ) και 619 ( Florin Curta, The Making of the Slavs, κεφ.7-8 Cambridge 2001- John Haldon, Byzantiumin the Seventh Century, Cambridge 1997 ) ως και τα έτη 617 – 619 από Σλαβικές φυλές, στις Κυκλάδες ως τη Μ. Ασία ( Στράτος, Α’ τομ. 298-299, 1965 ).

Η Μικρά Ασία ελευθερώθηκε και επέστρεψε στο Βυζαντινό έλεγχο το έτος 628-629, μετά τη νίκη του Ηράκλειου στη μάχη της Νινευή ( 627 ), την ανάκτηση του Τιμίου Σταυρού και την ανατροπή και δολοφονία του Χοσρόη Β’.

Συμπερασματικά λοιπόν θα επαναλαμβάναμε ότι ο μεγάλος κίνδυνος στις αρχές του 7ο αιώνα, για τα νησιά του Αιγαίου και ειδικότερα για τη Λέσβο, δεν ήταν οι Πέρσες παρά μόνο οι Αραβοσλάβοι και πιο πολύ οι Σλάβοι, που προέβησαν σε επιθέσεις και λεηλασίες, ακόμη και σε προσωρινές παρουσίες στο νησί, με συνέ-πεια τη μετακίνηση οικισμών στο εσωτερικό και ειδικά την εγκατάλειψη παραλιακών θέσεων γύρω από τον Κόλπο της Καλλονής ( Clive Foss, “The Aegian in the Senenth Century”, Dumbarton Oaks Papers 35 ( 1981 ), σ.23 ). Απόδειξη της κρίσης που συντάραξε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία στις αρχές του 7ου μ.Χ αιώνα, όταν τα εδάφη της παραβίαζε ο Περσικός στρατός και οι Αβαρο-σλάβοι, είναι, όπως αναφέραμε και «Ο Θησαυρός της Κρατήγου Μυτιλήνης» ( Ι. Τουράτσογλου- Ευγ. Χαλκιά, 2008 ), που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους θησαυρούς με ασημένια σκεύη, χρυσά κοσμήματα, μια χάλκινη σφραγίδα και 32 χρυσά νομίσματα ( σόλιδοι ) των αυτοκρατόρων Φωκά και Ηρακλείου, το περιεχόμενο του οποίου, με ιδιαίτερη έμφαση στα χρυσά κοσμήματα, μαζί με μια σφραγίδα, οδηγεί σε κάποιον ευκατάστατο αξιωματούχο ή από κάποιους σχετικούς με ευαγές ίδρυμα (Τουράτσογλου ο.π ) , που πέρασαν από τη Μ. Ασία στη Μυτιλήνη, τη χρονική περίοδο 625-626 ( Τουράτσογλου ο.π), για να κρύψουν το θησαυρό αυτό, τότε που οι Πέρσες λεηλατούσαν τη Μ. Ασία.

Αντίθετα η απόκρυψη του θησαυρού στα Δροκόπια, όπως πιστεύουμε, δεν ταιριάζει με κάποιους που πέρασαν από την απέναντι Μικρασιατική ακτή, από το φόβο των Περσών, για να έλθει στις “εσχατιές” του νησιού και να κρύψει το περιουσιακό του απόθεμα, διότι όπως αναφέραμε πιο πάνω, ο κίνδυνος για τα νησιά, την εποχή εκείνη, προερχόταν από τους Σλάβους, που με τα μονόξυλα τους ήταν μία συνεχής απειλή με αποκλειστικότητα τη λεηλασία.

Εξάλλου ουδέποτε αναφέρθηκαν επιθέσεις και λεηλασίες στο Αιγαίο, από τους Πέρσες της περιόδου εκείνης.

Τα Δροκόπια δεν ήταν ένας τυχαίος οικισμός, Συνδέεται με αγροτική παραγωγή, τοπική εκκλησία και ασφαλή κατοίκηση, υπόβαθρο για οικονομικές δραστηριότητες, που εξηγούν τους λόγους που κρύφτηκε εκεί ο θησαυρός, κατά προσέγγιση τα έτη 625/626 (Τουράτσογλου, ο.π ), από έναν πλούσιο, κατά τη γνώμη μας, τοπικό άρχοντα ή έμπορο.

Ο θησαυρούς των Δροκοπίων αναφέρθηκε πρώτη φορά από τον αρχαιολόγο Αντρέα Βαβρίτσα ( ” Εκ Λέσβου”, Αρχαιολογική Εφημερίς, 1953-1954, μέρος Γ’ ) και στη συνέχεια έγιναν αρκετές αναφορές, από άλλους αρχαιολόγους, χωρίς καμιά ιδιαίτερη παρουσίαση. Η δική μας συμβολή είναι μια προσπάθεια ανάδειξης του θέματος αυτού, με σκοπό να γίνει ευρύτερα γνωστή η ιστορία του οικισμού, από την αρχαία εκείνη βυζαντινή εποχή με τον κρυμμένο θησαυρό, έως τους Υδρόμυλους του 19ου αιώνα, με την ανάλογη του προσφορά στην τοπική οικονομία.

Αναδημοσίευση από τον “Αντίλαλο της ΒΡΙΣΑΣ” τεύχος 79/ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2026, σελ. 42