του Παναγιώτη Μχαηλάρη
Όλοι σχεδόν οι τόποι, σε όλη την υφήλιο πλήττονται ενίοτε, άλλοι πιο αραιά, άλλοι πιο συχνά από φυσικές καταστροφές, που προξενούν δυστυχία, πόνο, θάνατο στην ακραία εκδοχή τους, και βέβαια σοβαρές κοινωνικο-οικονομικές αναστατώσεις στην καλύτερη εποχή, αν μπορεί να υπάρχει τέτοια. Δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία έχει προβλέψει και ιδιαίτερη ευχή για να προστατεύει ο θεός τους ανθρώπους από λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς. Φυσικά, όλοι γνωρίζουμε και μάλιστα αρκετοί έχουν και ανάλογες προσωπικές εμπειρίες ότι η πατρίδα μας η μεγάλη αλλά και η μικρή, το νησί μας, έχουν να επιδείξουν μεγάλοαριθμό παρόμοιων φαινομένων και εδώ θα παραθέσουμε ορισμένα έντονα, ας πούμε ξεχωριστά, φαινόμενα που έπληξαν παλαιότερα το νησί μας.
Οπισθοχωρώντας λοιπόν στον χρόνο πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στον 19ο αι., επειδή τηρουμένων των αναλογιών ο αιώνας αυτός σημαδεύτηκε από μεγάλες φυσικές καταστροφές, όπως είναι ο παγετός του 1850, ο σεισμός της 7ης Μαρτίου 1867 και ο σεισμός της 13ης προς την 14η Οκτωβρίου 1889.
Ωστόσο, εκτός από αυτά υπάρχουν 2-3 παλαιότερες δύσκολες καταστάσεις που έζησε το νησί μας και που δεν αποτελούν μέρος της συλλογικής μνήμης, μάλλον επειδή έλαβαν χώρα πριν από 2-3 αιώνες και έτσι παραμένουν μόνο ως στοιχεία στη μνήμη και στα χαρτιά όσων ασχολούνται ειδικότερα με τα θέματα αυτά.
Προηγουμένως θα αναφέρω τις συμπτώσεις που συντελούν ώστε κάποιες μαρτυρίες για παλαιότερα γεγονότα να φθάσουν στα χέρια των ιστορικών και μέσω αυτών στους αναγνώστες, να αποκτούν δηλαδή τη μορφή του ιστορικού γεγονότος.
Τα παλιά χρόνια, εννοώ, τους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης, λίγοι άνθρωποι γνώριζαν
γράμματα, δηλαδή γραφή και ανάγνωση. Παράλληλα, δεν εύρισκε κανείς εύκολα χαρτί να γράψει, καθώς αυτό το παρήγαγαν δυτικά εργαστήρια. Έτσι οι άνθρωποι που ήξεραν γράμματα -συνήθως δάσκαλοι, παπάδες και παιδιά πλούσιων οικογενειών, που μπορούσαν να πληρώνουν δασκάλους- σημείωναν, συνήθως στα περιθώρια των βιβλίων, στα εσώφυλλα της αρχής και του τέλους ενός βιβλίου, κάποιες σημειώσεις για γεγονότα που δεν ήθελαν να ξεχάσουν. Τις σημειώσεις αυτές τις ονοματίζουμε με την ωραία λέξη «ενθυμήσεις» και όταν αυτές είναι μεγάλες, ξεπερνούν δηλαδή τις 15, 20, 30 γραμμές, -κάποτε μπορεί να είναι και σελίδες-, τις ονομάζουμε «βραχέα χρονικά».
Αυτές λοιπόν οι ενθυμήσεις αποτελούν για χώρες, όπως η Ελλάδα, που δεν διαθέτει πολλά οργανωμένα αρχεία, πολύτιμες πηγές για τη γνωριμία μας με το παρελθόν, με την ιστορία μας. Φυσικό είναι ότι πολλές από τις ενθυμήσεις αναφέρονται σε σοβαρά και έκτακτα γεγονότα, σε γεγονότα δηλαδή που εντυπωσίασαν για πολλούς λόγους τους ανθρώπους, τους προξένησαν δέος ή τους πλήγωσαν ανεπανόρθωτα και γι αυτό θέλησαν να τα καταγράψουν στο χαρτί για να τα βρουν και οι επόμενοι.
Έγραψε λοιπόν. πιθανόν κάποιος καλόγερος. στα λευκά φύλλα ενός βιβλίου της μονής Λειμώνος, του αγίου Ιγνατίου:
«Ἔτος ζρε ἔγηνε λημος εις πασα τοπον και χῶραν και επιγεν το σιταρην το κιλο ρκ και εζουσαν με χορτάρια και με τιρογαλον οι ἄνθρωποι». Η ενθύμηση αυτή σε απλά λόγια μας αναφέρει ότι το έτος ζρε, δηλαδή το 1597, λόγω της μεγάλης αφορίας της γης που έπληξε το νησί, δηλαδή δεν έδωσε η γη τους καρπούς της σε ικανοποιητικές ποσότητες -δεν αναφέρει την αιτία της αφορίας αυτής- έφθασε να πουλιέται το στάρι 120 γρόσια το κοιλό(της εποχής). Φυσικά μπορούμε να φαντασθούμε ό,τι δεν μας αναφέρει ο ανώνυμος γραφέας, δηλαδή την πείνα που έπεσε στο νησί και τα θύματα που θα προκάλεσε, τη διάλυση του κοινωνικού ιστού, την αισχροκέρδεια και την καταστροφή περιουσιών.
Ένα αιώνα περίπου αργότερα, ένας άλλος καλόγερος θα σημειώσει σε ένα άλλο βιβλίο μία άλλη φυσική καταστροφή:
«Εις τους 1680, μηνός Φεβρουαρίου 25 έκαμεν ξηρασίαν πολλήν εις όλον τον τόπον, ήγουν βορέαν δυνατόν, και παγετόν κακόν, μήνας δύο, και βροχήν καθόλου δεν έκαμεν και εξεράθη ο τόπος, κηπουρικά και τα δέντρα και τα χόρτα παντάπασιν. Και τα ζώα χονδρά και ψιλά τα περισσότερα εψόφησαν και οι άνθρωποι εθρηνούσαν. Και τον αυτόν μήνα ήγουν Φεβρουαρίου 25 επήγαμεν εις την Μυρσινιώτισσα Παναγία και επήραμεν το άγιο λείψανον του αγίου πατρός ημών Ιγνατίου Μηθύμνης και το επήγαμεν εις το μετόχι, και από του Λειμώνος τον άγιον πατέρα ημών Τύχων τον θαυματουργόν, και ανταμώθηκαν τα δύο εις το αλώνι μέσα, και όταν έκαμαν τον αγιασμόν, ώ του θαύματος, παρευθύς εσηκώθη νοτιάς και άλλαξεν ο καιρός και το βράδυ το μεσονύκτιον έφεξεν η χάρις των με βροχήν σιγανήν και θαυμαστήν, έως να ξημερώσει, οπού εχόρτασεν την γην και έγινε χαρά μεγάλη εις τον κόσμον και εξόχως εδώ εις τον Λειμώνα όπου είναι αυτοί οι θησαυροί εις όλην την Μυτιλήνην. Η χάρις των να μας αξιώσει της βασιλείας των ουρανών, αμήν. Έστω εις μνήμην».
Η μαρτυρία αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, σημαντική, επειδή μας πληροφορεί ότι ο παγετός το1850 -για τον οποίο θα πούμε λίγα λόγια παρακάτω- δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά είχε τους προπάτορες του και μάλιστα οι αναλογίες με τη μεγάλη φυσική καταστροφή του 1850 είναι σχεδόν παραπλήσιες.
Μια άλλη, τέλος, πληροφορία έχουμε από τον μητροπολίτη Μυτιλήνης Νικόδημο Αϊναζή (1708-1721). Ο μητροπολίτης αυτός έλειψε από το νησί έλειψε το διάστημα 1716-1717 επειδή ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου έπρεπε να βρίσκεται στην ΚΠολη και επιστρέφοντας στην έδρα του, την πόλη της Μυτιλήνης δηλαδή, το 1717 βρήκε την περιφέρειά του ανάστατη, όπως περιγράφει σε ένα γράμμα του προς κάποιον Χρύσανθο. Τα στοιχεία της αρρώστιας που περιγράφει, μάλλον οδηγούν προς την πανώλη (πανούκλα)
: «Αφού ήλθον, ποδάρι δεν επάτησεν εις την μητρόπολίν μου, διά την επικειμένην δεινήν και όλεθρον επαπειλούσαν ασθένειαν. Κατά τον παρελθόντα Απρίλιον διεδόθη και εις τα πέριξ χωρία και δεν άφησε ούτε το παραμικρότερον άτρωτον του πικροτάτου της βέλους. Εξ ημισείας οι ενορίται μου απέθανον. Οι περισσότεροι ιερείς μου εν Χρστώ εκοιμήθησαν. Ζητείαν της δεκάτης ινδικτιώνος ουδέ τεταρτημόριον δεν εσύναξα. Ιερείς εις το να εμβατοικιάσω δεν έχω και όσοι είναι, εξ ημισείας δίδουν τα εισοδήματα. Εγώ περιέρχομαι και μετοικώ από βουνόν εις βουνόν και από ερημίαν εις ερημίαν. Την σήμερον κατοικώ εις το υψηλότερον όρος της Μιτυλήνης, εις του Αβά την Βρύσιν. Αν έλθη τινάς να μας πλησιάση, με τα πυρέκβολα τον διώκομεν. Αγρίοις ανθρώποις ωμοιώθημεν».
Να λοιπόν κάποιες από τις σχεδόν άγνωστες φσικές καταστροφές που έπληξαν το νησί μας εδώ πριν από αιώνες. Φυσικά φαινόμενα που άφησαν τα ίχνη τους στις λιτές περιγραφές κάποιων ιερωμένων, αλλά είναι βέβαιο ότι από πίσω κρύβουν μεγάλη δυστυχία, πόνο και θάνατο. Εξάλλου, οι σχεδόν ανύπαρκτες κρατικές δομές αλληλεγγύης και συνδρομής των πληγέντων κυριολεκτικά οδηγούσαν στο ο σώζων εαυτόν σωθείτω.
Η ενθύμηση του 1680, όπως είπαμε, αναφέρεται καθαρά σε ξηρασία και παγετό. Όμως παγετός θα πλήξει το νησί -αλλά και το απέναντι Αϊβαλί με την περιοχή του, ακόμη και την Χίο- με εξαιρετικά έντονο τρόπο το 1850, που είναι γνωστός και ως μεγάλη καμάδα. Τότε την παρατεταμένη καλοκαιρία που έφθασε ως τις μέρες των Χριστουγέννων θα ακολουθήσει απότομη πτώση της θερμοκρασίας με αποτέλεσμα να παγώσουν τα ελαιόδενδρα και να καταστραφεί ένα μεγάλο μέρος του λεσβιακού ελαιώνα. Λεπτομέρειες για τον παγετό, τις συνέπειες και τα αποτελέσματά του μπορεί να βρει ο ενδιαφερόμενος στον βιβλίο του Ζαννή Καμπούρη, Θεομηνίες στη Λέσβο το 19ο αιώνα, Μυτιλήνη 1978, σ. 13-28)
Πέρα από αυτά όμως, τις πραγματικές η υπερβολικές περιγραφές του μεγάλου παγετού υπάρχει και η λαϊκή θυμοσοφία, που με ένα απλό δίστιχο καταθέτει όλη τη δυσπραγία και την ανέχεια που επέβαλε στην λεσβιακή κοινωνία το πάγωμα των ελαιοδένδρων:
Πάνι να πεις στη μάνα σου να σβύσει του λυχνάρ
Γιατί καγήκαν οι ελιές τσάκρίβηνε του λαδ
Δεν θα περάσουν πολλά χρόνια και ο σεισμός του 1867 θα χτυπήσει ένα μεγάλο μέρος της λεσβιακής γης καταστρέφοντας πολλά χωριά, συμβάντα τα οποία αναφέρονται στο βιβλίο του Καμπούρη επίσης αναλυτικά.
Όμως μιας και βρισκόμαστε στη Σκαμιά θα είταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και την περίπτωσημιας τοπικής καταστροφής, τουλάχιστον όπως παραδόθηκε από τη γραπτή παράδοση στη συνάφειά της με τις μαρτυρίες των κατοίκων.
Όποιος διαβάζει συστηματικά την ωραία εφημερίδα του Συλλόγου των Σκαμιωτών, που επιμελείται με κόπο και ευαισθησία ο Γιώργος Ευαγγέλου, ίσως να έπεσε πάνω σε ένα δικό μου κείμενο για τον Μηλιό και την κατολίσθησή του, κείμενο που επανακδίδεται και στο τελευταίο φύλλο αρ. 214 της ίδιας εφημερίδας.
Τα γεγονότα πάνω-κάτω είναι τα εξής και τα θυμίζω για την περίσταση: Στη Σκαμιά ζούσε ο σημαντικός μανταμαδιώτης δάσκαλος και λόγιος Σπυρίδων Αναγνώστου, παντρεμένος με Σκαμιώτισσα (πέθανε το 1916 σε ηλικία μόλις 54 ετών). Με Σκαμιώτισσα επίσης παντρεύτηκε ένας άλλος μανταμαδιώτης ο Μιχαήλ Στεφανίδης, που από καθηγητής στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκός (αυτός έζησε πολλά χρόνια και καταγινόταν με πολλά επιστημονικά αντικείμενα). Ο Στεφανίδης λοιπόν έστειλε ένα γράμμα στον Σπυρίδωνα Αναγνώστου, που δεν το έχουμε και τον ρωτούσε για τον Μηλιό και το πιθανολογούμενο ηφαίστειο που υπήρχε στην περιοχή της Σκαμιάς, τον Βεζούβιο της περιοχής, όπως γράφει. Την απάντηση του Αναγνώστου, δηλαδή το απαντητικό γράμμα του προς τον Στεφανίδη την έχουμε και αυτήν δημοσιεύσαμεστην εφημερίδα της Σκαμιάς. Στο γράμμα αυτό λοιπόν ο Αναγνώστου – ο οποίος φυσικά ως σοβαρός λόγιος δεν μπορεί να διαβεβαιώσει αν υπάρχει ηφαίστειο στη Σκαμιά, αναφέρει ότι όπως τον διαβεβαίωσαν οι γηραιότεροι κάτοικοι του χωριού, μια Κυριακή του Δεκεμβρίου 1836 την ώρα που αρκετοί Σκαμνιώτες λειτουργούνταν στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης -δεν υπήρχε ακόμα η Αγία Φωτεινή-, έντρομοι παρακολούθησαν μια μεγάλη κατολίσθηση. Ο Μηλιός που πρέπει να είταν κάπου ψηλά κατρακύλησε προς τη θάλασσα -τουλάχιστον ο μισός όγκος τουδημιουργώντας μια μεγάλη τοπική ανατροπή, ευτυχώς χωρίς θύματα, αλλά προξενώντας μεγάλο φόβο,
καθώς έντρομοι οι κάτοικοι περίμεναν να ακολουθήσει νέα κατολίσθηση. Με το γεγονός αυτό -όπως γράφει ο Αναγνώστου στον Στεφανίδη- συνδέθηκαν και διάφορες παραδόσεις τοπικές που έφθασαν στα όρια του αστείου, ότι δηλαδή οι κάτοικοι αλυσόδεσαν την περιοχή για να εμποδίσουν νέα καταστροφή κτλ κτλ. Κατολισθήσεις, όπως γνωρίζουμε, στην περιοχή του Λεπέτυμνου γίνονται. Άλλωστε έχουμε και μεταφορά χωριού. Πάντως η κατολίσθηση του Μηλιού, αν πραγματικά έγινε, πρέπει να έχει αφήσει τα ίχνη της και σε άλλες, τουλάχιστον τοπικές πηγές (εφημερίδες κτλ.) και ίσως αξίζει τον κόπο κάποιος να το μελετήσει συστηματικά.
Τα φυσικά αυτά καταστροφικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο νησί μας, ειδικά οι σεισμοί και ο παγετός του 19ου αιώνα, πέρα από τη δυστυχία, την καταστροφή και τον θάνατο θα επιφέρουν και σοβαρές κοινωνικο-οικονομικές και δημογραφκές ανακατατάξεις. Και τούτο επειδή θα εξαναγκάσουν μεγάλο αριθμό κατοίκων να μεταναστεύσει είτε στην απέναντι Μ. Ασία είτε προς άλλα μέρη, ενώ θα αφήσει τα ίχνη του και στην τοπική λογοτεχνική παράδοση. Σκέπτομαι λ.χ. το διήγημα του μανταμαδιώτη παπα-Πρόδρομου Αναγνώστου «Η Ματωμένη Αρχοντοπούλα», καθώς πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, μετανάστευσαν για να επιζήσουν, αρραβώνες και άλλες συνάφειες διαλύθηκαν.
Κλείνοντας θέλω να τονίσω το απλό, που όλοι γνωρίζουμε, ότι φυσικές καταστροφές θα εξακο-
λουθήσουν να γίνονται, σεισμοί, πλημμύρες, και τώρα τελευταία καύσωνες θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο και φυσικά στο νησί μας. Είναι γεγονός ότι τώρα η ανθρωπότητα διαθέτει περισσότερα μέσα είτε στο πλαίσιο της πρόληψης είτε στο πλαίσιο της μείωσης των επιπτώσεων ώστε να αντιμετωπίζει τα αποτελέσματα φυσικών
καταστροφών, μέσα ασφαλώς πιο αποτελεσματικά από το αλυσόδεμα του Μηλιού, που πέρα από το αστείο του πράγματος, θέλει να υποδηλώσει και μια υποτυπώδη αντίδραση στο κακό.
Πηγή:¨Εφημερίδα “Σκαμιά”-ΤΡΙΜΗΝΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΣΚΑΜΙΩΤΩΝ ΛΕΣΒΟΥ
