Συνεταιρισμός Περιβολάρηδων Μεσοτόπου. Η διακίνηση της ντομάτας τη δεκαετία του 1950

Φώτης Βασίλογλου

Η ιστορία της συνεταιριστικής ιδέας στον Μεσότοπο ξεκινάει από τη δεκαετία του 1920. «Φέρομεν εις γνώσιν του αξιοτίμου κοινού της νήσου μας, ότι εν Μεσοτόπω ιδρύθη Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός με απεριόριστον ευθύνην, δυνάμενος να ενεργή από κοινού αγοράς και πωλήσεις. (…….)».

Έτσι ξεκινά η δημοσίευση στην τοπική λεσβιακή εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» η ανακοίνωση της ίδρυσης του Συνεταιρισμού, ύστερα από ενέργειες του Συνδέσμου Εθνικής Σωτηρίας Μεσοτόπου. Ιδρύεται από 40 μέλη, ως επί τι πλείστον έφεδροι, που γύρισαν μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 στο χωριό. Στόχοι του είναι: να δέχεται καταθέσεις, για άντληση κεφαλαίων, ώστε να δίνονται δάνεια στα μέλη του για την καλλιέργεια της γης, να πουλά από κοινού τα προϊόντα των μελών του σε καλές τιμές, η προμήθεια των μελών του με σπόρους, λιπάσματα κ.ά. Την ανακοίνωση υπογράφει με ημερομηνία 25 Νοεμβρίου 1923, ο Παναγιώτης Μαντάς, ως πρόεδρος των δύο Συνεταιρισμών Γεωργικού και Γαλακτοκομικού αλλά και ως πρόεδρος του Συνδέσμου Εθνικής Σωτηρίας των Εφέδρων. Πληροφορίες για την ιστορική διαδρομή του Συνεταιρισμού των αγροτοκτηνοτρόφων στο χωριό παραθέτει ο αγαπητός μας Λουκάς Κοντός, που διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότηταςστο ξεκίνημα της μεταπολίτευσης και για δεκαετίες Γραμματέας του εν λόγω Συνεταιρισμού.

{Ο Συνεταιρισμός των αγροτών Μεσοτόπου ιδρύθηκε το 1923, λειτούργησε υποτυπωδώς 2-3 χρόνια και περιήλθε σε αδράνεια για 30 χρόνια. Το 1951 ανανεώθηκε με εγγραφή νέων μελών, με την επωνυμία: «Γεωργικός Πιστωτικός Συν/σμός Μεσοτόπου» με καταστατικό εγκεκριμένο από το Υπουργείο Γεωργίας και στην Εποπτική δικαιοδοσία της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο και πρόεδρος ο Δημήτριος Γ. Βακλατζής. Στόχος η στήριξη των μελών με από κοινού συγκέντρωση και πώληση των προϊόντων τους. Επίσης πιστωτικές εργασίες με σύναψη από Α.Τ.Ε. καλλιεργητικών δανείων, προμήθεια λιπασμάτων κ ά. γεωργικών εφοδίων. Γραμματέα είχαν περιστασιακά τον Δημήτριο Γ. Σκομβούλη για 4-5 χρόνια. Η λειτουργία δεν ήταν συντονισμένη ούτε η απόδοση ικανοποιητική. Αυτά μέχρι που ζήτησαν και οι κτηνοτρόφοι του Μεσοτόπου να ενταχθούν στον Συνεταιρισμό. Διενεργήθηκε τροποποίηση του Καταστατικού και συμπεριέλαβαν και την κτηνοτροφική δραστηριότητα με εγγραφή και κτηνοτρόφων. Η επωνυμία έγινε: «Γεωργοκτηνοτροφικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός»}.

 H καλλιέργεια της ντομάτας στον Ποδαρά. Η εμπειρία της Άνδρου…

  Όπως διαβάζουμε στον β΄ τόμο του βιβλίου του Πάνου Κοντέλλη (σελ. 313-317) μετά την Μικρασιατική Καταστροφή αναπτύχθηκε στο χωριό η καλλιέργεια της ντομάτας, που κράτησε εντατικά ως το 1955 και συνεχίστηκε ικανοποιητικά ως το 1970 περίπου.

Ο Απόστολος Δημ. Παπαβασιλείου “Αποστόλες” γύρω στο 1920

Η συστηματική καλλιέργεια της πρώιμης ντομάτας άρχισε από τον Αποστόλη Δημ. Παπαβασιλείου-Αποστόλε, που είχε μείνει αρκετά χρόνια στην Άνδρο. Όταν γύρισε στο χωριό, κατά το 1920-22, άρχισε να εφαρμόζει νέες μεθόδους για πρώιμη παραγωγή (φυτώρια πρώιμων πρασιών στα «τζάκια» με τζαμαρίες). Εκμεταλλεύτηκε επίσης πολύ έξυπνα, ως λίπασμα τα σκουπίδια, που χρόνια σάπιζαν στον σκουπιδότοπο στο λαγκάδι στα Χωραφούδια. Κοντά του δούλευαν πολλοί νέοι του χωριού, που έπαιρναν ένα καλό μεροκάματο και κυρίως τους μάθαινε τα μυστικά της δουλειάς. Οι καινούριοι περιβολάρηδες πλήθαιναν κυρίως στον Ποδαρά αλλά και Χρούσο και Ταβάρι. Από τα μέσα του Μάη, ως τα τέλη Ιουλίου οι βάρκες στον Ποδαρά, Ταβάρι, Χρούσο αλλά και οι αγωγιάτες με τα μουλάρια από τα γύρω χωριά, κουβαλούσαν την παραγωγή. Κάποιες φορές με καΐκια η ντομάτα έφτανε μέχρι Χίο και Καβάλα ακόμα. Όταν ενσωματώθηκαν τα Δωδεκάνησα, 10 Φεβρουαρίου 1947, η ντομάτα της Ρόδου, που ήταν πιο πρώιμη του Ποδαρά, ερχόταν στη Λέσβο και σιγά-σιγά εκτοπίστηκε η ντόπια ντομάτα. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η χρήση των θερμοκηπίων κι έτσι η μαζική παραγωγή ντομάτας στο χωριό, έκλεισε τον κύκλο της. Η επαναδραστηριοποίηση του Συνεταιρισμού τη δεκαετία του ’50, ήταν ένα σημαντικό γεγονός για την καθημερινότητα του Μεσοτόπου. Συνεχίζει ο Λουκάς Κοντός…

Ο Λουκάς Στ. Κοντός στο περιβόλι του. (Μεσότοπος, Καστρούδα, 2020)

Λουκάς Κοντός, ο γραμματέας

«Φαντάζει απίστευτο για τα σημερινά δεδομένα το γεγονός ότι τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 1950 οι άνθρωποι στον Μεσότοπο, που είχαν κάποιες στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις (εκτός από τους δασκάλους του Δημοτικού Σχολείου) μετρούνταν στα δάκτυλα του ενός χεριού. Ένας από αυτούς ήμουν κι εγώ!

Το καλοκαίρι του 1957 θεωρήθηκα ο μοναδικός κατάλληλος για τις γραφικές εργασίες του Συνεταιρισμού. Δεν ήξερα τότε ότι σύντομα θα επωμιζόμουν το σύνολο των ευθυνών της διαχείρισης, γιατί η ύπαρξη της Διοίκησης ήταν τυπική και μόνο στα χαρτιά. Είχα τη θέληση να εργαστώ επεκτείνοντας τις εργασίες του Συν/σμού, όμως μόνος χωρίς συνεργάτες ικανούς και με το κυνηγητό των εμπόρων, ήταν αδύνατο να υπάρξει ικανοποιητική ανάπτυξη. Βασική μας εργασία λοιπόν ήταν η διαχείριση των κηπευτικών, κυρίως της ντομάτας και σε μικροποσότητες τα άλλα κηπευτικά. Παραγωγοί στον Ποδαρά ήταν: Απόστολος Δημ. Παπαβασιλείου- «τ’ Αποστόλε», που ήταν ο κορυφαίος ντοματοπαραγωγός. Δημοσθένης ΣΤ. Παπαβασιλείου, Κώστας Βουδούρης-Λυράς, Σταύρος Γωγής-Σταύρακας, Παναγιώτης Χαρ. Σαραντίδης-Πανότ’ς, Αρίστος Γιανίτσαρος, Νικόλαος Ευθ. Βασίλογλου, Εμμανουήλ Ευθ. Βασίλογλου, Γιάννης Δημ. Σαραντίδης, Μιχάλης Καλαμπάκας, Νικόλαος Ζαγκούλης, Βάιος Μοσχόβης, Δημήτριος Ιωακ. Βαμβόλης. Στο Ταβάρι ήταν: ο Δημήτριος Γ. Βακλατζής-Τσολιάς Νικόλαος Λ. Καξηρής-Νικολής. Στον Χρούσο: Δημήτιος Αντ. Βαληλής-Μπιντικνέςους, Ιωάννης Μιχαηλίδης, Ευστράτιος Μιχαηλίδης, Γεώργιος Κων. Βαληλής και Γεώργιος Εμ. Καρδαράς. Η έδρα της διαχείρισης ήταν στον Ποδαρά-στο καφενείο του Σταύρου Αποσπόρη-Κατρακά, που εκεί είχα και το γραφείο μου!!! Αγοραστές έρχονταν από Καλλονή, Πολιχνίτο, Πλωμάρι και Μυτιλήνη. Υπήρχαν και δύο καΐκια από Πολιχνίτο των αδερφών Αντώνη και Γιώργου Τσιμπουκέλλη, τα οποία φόρτωναν, όταν η ωρίμανση της ντομάτας ήταν στην κορύφωσή της!

Η διάρκεια της εργασίας ήταν περίπου ένας μήνας από αρχές Ιουνίου μέχρι αρχές Ιουλίου. Η ποικιλία της ντομάτας ήταν ειδική, κατάλληλη για την περιοχή μας αλλά ήταν ευπαθής και μη διατηρήσιμη, εφ’ όσον κοκκίνιζε δεν διατηρούνταν πάνω από 4-5 μέρες. Η συσκευασία σε καφάσια 40-50 κιλών τελείως ακατάλληλη για μεταφορά.

Η παραλία του Ποδαρά.Εκεί στο βάθος, στα ριζά του λόφου Κούτσουρα, αράζουν τα καΐκια και οι βάρκες, που φόρτωναν τη ντομάτα(2005)

Όταν φυσούσε αέρας και δεν μπορούσαν να πλεύσουν οι βάρκες, έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια οι παραγωγοί, μοιρολατρικά ανίκανοι να αντιδράσουν. Δεν υπήρχαν έξυπνοι άνθρωποι, δεν υπήρχαν προοδευτικά μυαλά να ψάξουν λύσεις στο πρόβλημα που τύχαινε. Οι ντομάτες όταν έμεναν κομμένες και απούλητες 2-3 μέρες, μετά έπρεπε να πάνε για σάλτσα! Τους έλεγα εναλλακτική λύση είναι το αυτοκίνητο, να φορτωθούν οι ντομάτες και να φύγουν στα Πανωχώρια προς πώληση. Κανείς δεν ήταν δραστήριος να αναλάβει πρωτοβουλίες και έτσι έχαναν τους κόπους μιας χρονιάς. Η διαδικασία αυτή διήρκεσε περίπου 15 χρόνια. Στο μεταξύ ξεκίνησαν στο νησί μας καλλιέργειες σε θερμοκήπια, οπότε δεν υπήρχε πια ενδιαφέρον για τη μεσοτοπίτικη ντομάτα

Μιχάλης Καλαμπάκας “Μικιδάκ(ι)-ο “Διευθύνων”…

«Συμφουνήσαμι ούλ(ι) οι παραγουγοί τ’ χουριού: Χρούσιους, Ταβάρ’ κι Πουδαράς, να μουνιάςουμι τση να πηγαίνουμι του πράμα στα πρατήρια. Όκ(ι) τιμή έχ(ι) του δ’κό μ’ του πράμα, να έχ(ι) τση του δ’κό σ’.

Μ’ λέγ’ν: συ θα ‘σι ο Διευθύνουν! Πιο πολιτισμένους, πιο εγράμματους…

Ήμουνα ζυγιστής γω τση έφκιανα κουμάντου. Είχαμι τση ντου Λουκά ντου Κουντό γραμματέα τ’ Συνιτηρισμού. Φτος έκανι τ’ς πληρουμές τση έφκιανι τα χαρκιά.

Ντου συνιτηρισμό ντουν είχαμι μόνο οι μπαχτσιαβάν(ι)δις, όχ(ι) οι κτηνοτρόφ’. Καμιά σαρανταριά νουμάκ(ι) ήμασταν. Να, καμπουσοί, ακόμα χρουστούν γκη συνδρουμή ντουν!

Σντου Πουδαρά, ντουνιά ντουμάτις βάζαν! Άλλους ίβαζι 3.000 φιντάνια, άλλους 5.000. Η Απουστόλις (Απόστολος Παπαβασιλείου) ίβαζι 20.000 φιντάνια!

Λοιπόν, διεύθυνα εγώ Ταβάρ’, Χρούσου, Πουδαρά. ‘Ρχόνταν οι βάρτσις τση τ’ς έστιλνα. Συ, θα πας ςντου Χρούσου, συ αύριου εδώ, Πουδαρά. Ούλου του νησί ρχόνταν τση ίπιρνι απ’ ντου Πουδαρά ντουμάτις! Ούλου! Δεν είχι απ’ αλλού πουθενά! Ταίριαζι μέρα να πλήσουμι 15 τόν(ι) ντουμάτις απ’ τα τρία τα καμπέλια!

Απού τ’ς 7 Ιουνίου βγάζαμι ντουμάτα-πιτσούλα. Λίγα πράματα αλλά φουρτώναμι βάρκα. Ίσιαμι τ’ Άγιου Τσήρκα π’λιώντου η ντουμάτα μας. Μιτά δενι πάκι βάρκα ςντου Πουδαρά, γιατί έβγαζι η Μόρια πιο καλό πράμα τση δε παίρναν ούτι ςγκη Μυτιλήν(ι), τη Χώρα, ούτι πούβιτα. Ίσιαμ’ τ’ Άγιου Τσήρκα ίρχιντου καμιά βάρκα. Μιτά μάινα!

Στου Ταβάρ’ ήταν η «Λουκαριάς»(Λουκάς Καξηρής), η «Τσουλιάς» (Δημήτριος Βακλατζής), η «Καθιόλ’ς»(Αναστάσιος Βουδούρης), η «Νικουλής» (Νικόλαος Καξηρής)… Σντου Χρούσου ήταν παραπάνου. Ήταν η «Σαπλίκους» (Νίκος Βασίλας), η «Στρατουλής» η Στρατής (Μιχαηλίδης) τση σκουρπούσαμι του πράμα. Είπαμι να έρθ’ ςντου Συνητιρισμό κι ου Απουστόλις, ο Παπαβασιλείου. Δένι δέχθ’τσι. Φτος ήταν μεγαλουπαραγωγός! Μού ‘πι μένα που διύθηνα… «Γω, λέει, βαστώ στη τσάπα μ’ όλο το Λεβάντε!».Ίπ’νι τση κανα ρατσί…

Τ’ λέου:« Έλα, βρε Απουστόλ(ι)! Όκ(ι) π’λιόντι τση σόνα θι πλιόντι τση μόνα.

‘Φτος ίλιγι που μέσα τ’: «Άφνετ’ς φκοι, να τ’ς χκυπώ γω! Γιατί τ’ Απουστόλι ήταν μεγάλους παραγωγός! Όκ(ι) βγάζαμι ούλ(ι) μας ςντου Πουδαρά, ίβγαζι μουναχός τ’! Έκουβγι 3-4 τόν(ι) κάθα μέρα, κάθα μέρα! Μεις 100, 200, 300 κιλά…

Δεν ήρθι. Τι να κάνουμι… Λέου, δεν ήρθι, δεν ήρθι. Τελικά ήρθι ύςτ’ρα απόύ χρόνια!

Τι έφκιανι αυτός; Επειδή ήταν χρόνια μπαχτσιαβάν’ς, γνώρ’ζι ούλ(ι) τ’ς μανάβ’δις στου Πλουμάρ’, ςντου Πουλιχνίτου μι τ’ όνουμα. Κάκ(ι) «Τσιουμπουκέλια», ξέρου γω, ούλ(ι) τ’ς γνώρ’ζι. Ίρχιντου ςντου καφινέ τ’ Κατρακά, ςντουν άμμου, του προυί… Είχι εργάτες και μαζεύαν πράμα. Είχι γκη Μαρία, τ’ Γιάνν’ τ’ Μαθιού(Βασίλογλου) γκη γ(ι)ναίκα-ήταν λεύτερ’ ακόμα. Γκη Λιφκή τ΄ς Γιουργούλας (Λευκοθέα Καρακωσταντή-Κοντού), είχι ντου «Πάντσιου» ντουν Αρτέμ’(Κωνσταντιδέλλη)…

΄Ηρθι φτος λοιπόν γκη πρώκ(ι) μέρα ςντου καφινέ. Γω είχα ταμπέλα 3 δραχμές για τ’ς μανάβ’δις ντουμάτα. Βλέπ’ φτος γκ(ι) ταμπέλα δε μ’λά καθιόλ’, ήπ’γι κανα-δυο ρατσιά, πα’ ςτςι μανάβ’δις, λέει… «τ’ Απουστόλι η ντουμάτα έχ(ι) 2,5 δραχμές!». Φτος δε ντού ‘πι δημόσια, παρουσία όλων, μυστικά του είπι! Βλέπ’ς ήταν γνουστοί, προυπαντός στου Πλουμάρ’. Δυο βάρτσις φουρτώσαν κι φύγαν! Βλέπου τ’ς μανάβ’δις αρπούν τα καφάσια, που μες ςτςι βάρτσις τουν, δρόμου ςντουν Απουστόλι! Να!!! Τι κάνουμι τώρα;;; Μ’σή δραχμή διαφουρά ήταν διαφουρά καλή.

Τότις η δραχμή ήταν γιρή! Λέου, πηδιά, πρέπ’ να κάνου άλλου σχέδιου μιθαύριου, γιατί μπαρμέρα ρ’χόνταν οι βάρτσις.

Μιθαύριου λοιπόν επειδή φτος έκανι αρχή τση πήγι η τιμή 2,5 δραχμές γκη κάναμι τση μεις 2,5! Ρχόντι πάλι οι μανάβ’δις, του ίδιου του κόλπου η Απουστόλις. Ρχόνταν, ήπ’νι κανα ρατσί τση μ’σή δραχμή πιο κάτου… Ντουν πήραμι πια χαμπάρ’.

Βγαίνου μπρουστά ςτ’ς μανάβ’δις! Είχαμι μεις μια βάρκα αγκαζέ, τ’ Μ(ι)χάλ(ι) τ’ Παντράκ’-(Πιπίνη), τ’ Μικέ! Μιγάλ(ι) βάρκα, να φουρτώιγς ένα τόνου ντουμάτα.

Ο μπαρμπα-Μιχάλης Καλαμπάκας, “του Μικιδάκ(ι)”, πάντα αυθεντικός.     (Φωτο: Μιχάλης Χαρ. Βασίλογλου, Πάλιουρας 1998) 

Από αριστ. Μιχάλης Καλαμπάκας, Ποσούλα Καξηρή-Κόκκου, Πατρούλα Χριστοδούλου-Καβούλα, Χριστίνα Μιχ. Καλαμπάκα (Μεσότοπος, “Καστρούδα” 1961)

Λέγου ςτ’ς μανάβ’δις! «Άμα πάριτι ντουμάτις απ’ ντουν Απουστόλι, γκη βάρκα τ’ Μικέ θα γκ(ι) φουρτώσου τση θι πάου ςντου Πουλιχνίτου, στου Πλουμάρ’, παντού, τση θι π’λώ πιο φκ(ι)νά απού σας!

Θα πάρ’τι απού μας κι όχ(ι) απ’ ντουν Απουςτόλι!!!».

Τι να κάν’! Φουβήθ’καν!

Λέν’ άμα πάρουμι απ’ ντουν Απουστόλι τση πα’ η Μικές μι γκη βάρκα, χαθήκαμι! Γω διεύθυνα… Επειδής γκη πρώκ(ι) μέρα, μας έκανι νούμιρα!

Πάει η Απουστόλις, τση διέταξι ντου νταιφά να μαζών’! Είδι πους δε παρουσιάσ’καν οι μανάβ’δις, κατιβαίν’ ςντου γιαλό!

Τ’ λέγ’ν αυτοί… «Απουςτόλη, δε μπουρούμι να ρθούμι, γιατί θα μας χτυπήσ’ν».

Τση γυρίζ’ πίσου, ντουν διαλύσαν ντου νταϊφά, τ’ς έκανι σάλτσις…

Ήρθι πιο ύστ’ρα, μ’ έπιασι μένα… «Δε γίνιτι να μπω τση γω;».

Οι άλλ(ι) μου’ παν να τ’ πώ: «πους τώρα είνη αργά, δε θα ντουν διχτούμι. ¨

Έπριπι να ρθει απ’ γκ(ι) αρχή! Δε ντουν διχκήκαμι.

Πιάσι φτος κι έκανι σάλτσις. Έιτότι παίρναν γκη σάλτσα.

Αλλά γω γκη πλέρουσα… Επί δυο χρόνια δεν μ’ μ’λούσι η Απουστόλις!

Τι να κάνου γω; Έπριπι να κάνου αυτά τα «κόλπα» για να υπουστηρίξου του «πράμα» ουλουνώ! Γι’ αυτό σ’ λέγου, πουλλά τσιαλίμια έχου πάθ’!

Ποδαράς-Ταβάρι- Χρούσος…

Οι περιβολάρηδες του Ποδαρά Νίκος Ζαγκούλης και Δημοσθένης Παπαβααιλείου, έχοντας στη μέση τον καπετάν Γιάννη Μιχ.Γωγή-“Γάναρο”, με το μπαστούνι. Δεξιά τα παιδιά του μπαρμπα-Δημοστή, Στέλιος, Στυλιανή και Νίκος-κάτω (Ποδαράς, 1958)

Είχαμι πλάστιγκα ςντου Πουδαρά. Σντου Χρούσιου τση στου Ταβάρ’ ζ’γιάζαν μι τα καντάρια. Άμα φόρτουνι η βάρκα έφτου, πιρνούσι απ’ ντου Πουδαρά, τ’ς ίλιγι: «Πήρα απ’ ντου τάδε, ντου τάδε τόςουνα πράμα!». Τά ‘γραφι η Λουκάς μες στου βιβλίου.  Η Λουκάς ήταν ςντου Πουδαρά. Σι φτο πληρώναν κάθα μέρα. Τςι βάρτσις τςι έστιλνα εγώ. Υπουλόγ’ζα περίπου τι πουσό πράμα θα βγάλουν, πηγαίναν κει, φουρτώναν τση συμπληρώναμι απ’ ντου Πουδαρά. Άμα καταλάβηνα πους μια βάρκα παίρν(ι) του πράμα ςντου Χρούσιου ή στου Ταβάρ’ γκι άλλ(ι) γκη κρατούσα ςντου Πουδαρά. Ήβλιπα γω, γιατί όταν είση έμ παραγουγός, εμ εμπορευόμενους ςγκη ντουμάτα αλλά τση ςτου κάθι πράμα, πρέπ’ να ξέρ’ς να του διαχειρίζησι!

Σήμιρα η μπαχτσές μ’ έκουψι 50 κιλά. Να ξέρου ότι αύριου-μιθαύριου θα κόψου 200 κιλά! Άμα δε ντα ξέρ’ς αυτά θα αναγκαστείς ή να ρίξ’ς γκη τιμή ή θα φύγ’ς!

Αλλιώς θα πιλαγώγ’ς! Είνη ψ’λές δ’λειές αυτές!

Γω, ίσιαμι σήμιρα αυτά τα κόλπα τα έμαθα απ’ όξου.

Μ’κρός έμαθα γκη τέχν(ι), του έμπορα: «τίλια θι πλείς του πράμα σ’», στου μαγαζί τ’ μπάρμπα μ’ τ’ Αναστάσ’ του Καλαμπάκα, ςγκη Μυτιλήν(ι)! Αυτός έκανι στη Σμύρν(ι)! Του εμπόριου ένη τέχν(ι)!

Τσ’ ύςτ’ρα που ήμ’ μουναχός μ’, πήγηνα τση πουλούσα στην Άγρα μι του μλάρ’. Ήβλιπα τ’ς άλλ(ι) παραγουγοί. Ήξιρα σήμιρα  μάζιψα 100 κιλά ντουμάτις, αύριου θι μαζέψου 200 κιλά! Τι να «κρατώ γκη τιμή;». Γρινιάζαν οι άλλ(ι)! «Σπάς γκη τιμή!». Ε, κρατούτικ’ σείς! Μουναχή τ’ς η τιμή ανιβαίν(ι)-κατιβαίν(ι)! Δε γκη κρατά η παραγουγός τση τώρα τση πάντα! Μα, ας ένη ψάρ’, ας ένη κρέας, η τιμή δε κρατιέτι μι του ζόρ’! Γιατί τα βλέπου κι πουτές δε στιναχουρέθ’κα γω αν του πράμα μ’ δε ντου πλήσου. Ντουν(ι) έφκιανα όμους τση πουλλά κόλπα! Σγκη αρχή, πό ‘νη λίγου του πράμα, οι μανάβ’δις φαγουνόνταν: «Μόνα  θι μ’ δώγ’ς τόςανα!».

Δε λέγαν : «Θι μ’ δώγ’ς μόνα αλλά ας πάρ’ τση η άλλους;». Γύριβγι να εκμεταλλευτεί γκη κατάστασ’ να του πάρ’ ούλου αυτός! Μουναχουφάδις ούλ(ι)!

Γω ςγκη αρχή κανόν(ι)ζα να τςι βουλεύγου ούλ(ι)! Ύςτ’ρα , άμα πλήθ’νι του πράμα, αυτοί πάλι του ίδιου του βγουλί! Δενι ξέραν, δεν ήταν τςη δλειάς! Δε τ’ς αφήναμι να βγαίν’ μες ςτσί μπαχτσέδις, πιο μπρουστά, να βλέπ’ν πώς προυχουράει η παραγουγή!

Οι βάρτσιςι αράζαν π,ντου Κούτσουρα μιριά, καρσί π’ ντου καφινέ.

Πέντι, δέκα, δικαπέντι βάρτσις! Απ’ ντου Πουλιχνίτου, του Πλουμάρ’.

Απού στιριά ρχόνταν απού τα Πανουχώρια αγώγια: Βατούσα, Φτιρούντα… Καμπουσοί π’ κατιβαίναν απού πάνου, άμα δε φουρτώναν ‘π’ αψ’λά απ’ τςι Στάσις, ‘π’ ντου Λάμπου τ’ «Μουρουδέλ(ι)»-(Βασίλογλου), φτος τ’ς έστιρνι έιδω, Πουδαρά τση φουρτώνασ’.

Άμα ίβλιπα γω ότι πληθαίν(ι) του πράμα, αλλά φκοί δε ξέραν κίπουτας, έφκιανα γω τα κουμάντα μ’. Μια φουρά ήρθαν απουβραδίς για να μι καλουπιάς’ν! Έβριχα αλών(ι)  για ν’ αλουνίσου, σαν αύριου Κυριακή που δεν είχα πούλ(ι)σ’.

Ε, ρχόντι ςτου ντάμ’ τρεις απ’ ντου Πουλιχνίτου. Φέραν τσ’ ένα πινταρέλ(ι) ρατσί να μι «φιλουδουρίς’ν!».

Λέει η ένας τουν: «αύριου τ’ς ντουμάτις θα τ’ς πάρουμι όλες μεις!».

Λέου, πηδιά, όχ(ι)! Δε μπουρώ να σας τ’ς δώσου ούλις.

Λέν’: « Όχ(ι), μεις θα τ’ς πάρουμι ούλις!».  Βγάζ’ν, μ’ δίν’ καπάρου-προπληρωμή. Λέου: « θι τ’ς πάριτι ούλις; Μ’ λέει, ναι!

Φεύγ’ν δυο βάρτσις για Χρούσου-Ταβάρ’ να φουρτώσ’ν.

Πόμνι μια, έιδω ςντου Πουδαρά, να κάτι να παρακολουθεί, μη δώσου σι κανέναν άλλου πράμα! Έρχιτη απ’ του Λισβόρ’ μια βάρκα τση η καπιτάνιους ήταν φαντάρους μι τα χακί! Μ’ λέγ(ι): «Μπαρμπα-Μ(ι)χάλ(ι), θέλου κι γω ντουμάτις 300 κιλά.

Εμ, γι άλλους καρσί κάντου τση μι ξάν(ι)γι, να μη δώσου σι κανέναν!

Γω, είχα όχ(ι) τρακόσια να δώσου, χίλια κιλά είχα, κατά πως μ’ λέγαν οι παραγωγοί. Αλλά έλα που είχα πάρ’ καπάρου, ήθιλι να βρουν αφουρμή να πιάσουμι να γρινιάζουμι! Βλέπ’ λοιπόν ου άλλους –ου «φ’λαχτσής», έρχιτι φουριόζους να μι κόψ’, να μη τ’ δώσου πράμα, γιατί ήταν τση κουντουχουριανοί!

Ο μπαρμπα-Γιώργης Δουδουνής-“Ταμεράνος-Νταμίρ’ς” με την καλή του φορεσιά (Μυτιλήνη 1980)

Τσακώθ’καμι, γύριψι η φαντάρους να μι λινσάρ’!!!

Βλέπ’ η «Ταμιρλάνους»-Γιώργης Δουδουνής-Νταμίρης) απ’ ντου καφινέ, παίρν(ι) ένα κ’μάρ’, έρχιτι λέει: «Κάτσι καλά, μη σ’ δώσου μια!».

Υπουστήριξι μένα! Λέου, για δε τι πάθαμι!

Τού ‘λιγα: «Βρε άθρουπι, πιρίμινι να ρθουν οι βάρτσις π’ ντου Χρούσου τση π’του Ταβάρ’ τση όχ(ι) τρακόσια, πιντακόσια θι σ’ δώσου!».

Ρ’χόντι οι βάρτσις βουλίδα, φουρτουμένις κάργα τσ’ οι δυο. Δε μπουρούσαν να πάρ’ν ούτι κιλό απ’ ντου Πουδαρά! Εν τω μεταξύ είχαν φέρ’ κβάρα ντουμάτις οι παραγωγοί πα’ ςντουν άμμου!

Ε, λέγου τώρα τ’ Πουλιχνιάκ(ι), που μού ‘χι δώσ’ του καπάρου: «Μπουρείς να τ’ς πάρ’ς ούλις; Τ’ς χουρεί η βάρκα;».

Κούνι του τσιφ΄σαλ τ’…

Φόρτουσι λοιπόν τση η Λισβουριανός τρακόσια κιλά, έφ’γι η άθρουπους! Κανουνίσαμι τ’ς πληρουμές, βγάλαμι του καπάρου, φουρτώσαν γκη βάρκα, πουμείναν τση ντουμάτις πά’ σγ(ι) άμμου! Δε ξέραν ‘φκοί τι παραγουγή έχουμι μεις…

Πιο μπρουστά ανάλουγα μι γκ(ι) παραγουγή  ρχόνταν τα «Λαλέλια» απ’ του Πλουμάρ’, μικρά καϊκέλια-2-3 τόν(ι), τρεις-τέσσ’ρις βάρσις… Είχαμι κι απ’ τη Μυτιλήν(ι) τση ρχόνταν καΐκι, ένας Πουλιχνιάκ’ς-Καμπούρ’ ντουν λέγαν, φόρτουνι 7-8 τόν(ι) φτος τση τ’ς πήγηνι κατευθείαν ςντου Κιστάν(ι), που είχι του Πρατήριου. Φτος ίπιρνι τηλέφουνου ντου Μιλτιάδ’ (Σκεντέρη) τση συνουϊνόμασταν.

Του ‘λιγι, «άμι να πάρ’ς πέντι τόν(ι) ντουμάτις μι τούκινια γκη τιμή. Πλέρουνι αυτός. Βγάζαμι  πουλύ πράμα. Πουλιχνιάτις είχαμι του «Καζανέλ(ι)» είχαμι ένα Στιφανή, δυο  -τρεις άλλ(ι), πού να τ’ς θ’μούμι τσ’ ούλ(ι)!

 Το καΐκι των αδελφών Αντώνη και Γιώργο Τσιμμπουκέλλη, που φόρτωνε ντομάτα απ’ τον Ποδαρά, Στη φωτογραφία ο Αντώνης με τον έμπορο Παν. Καζάνη-(Από το Λεύκωμα ” Ο Πολιχνίτος του 20ου αιώνα” β’ έκδοση, Κυριάκος Κουκούλας, Τάσος Μακρής, εκδόσεις ΜΥΘΟΣ, Μυτιλήνη 2018)

 

`Ίπριπι να ξέρ’ς να φέρνισι! Να βάζ’ η νους τση ντουν έμπορα!

Ούλ(ι) οι παραγωγοί μας ίσιαμι τώρα σχεδόν, δεν απ’κάζ’ν γρί!

Ούτι γκη πλάστιγκα, ούτι κίπουτας! Γω, για να ικανουποιήσου ντου μανάβ’, όχ(ι) ότι κέρδιζα, αλλά επειδή η ντουμάτα είναι νουπό πράμα, πρέπ’ να ‘χει κι φτος του «μπασ’», ένα πλεονέκτημα! Άμα σαπίσ’ μια-άμα χκυπ’θεί, να μη ζημιώνιτι! Δε μι καταλαβαίναν οι δ’τσοί μας! Είχαμι μπαχτσιαβάν(ι)δις που κόβγαν ένα τόνου ντουμάτις! Ζαγκούλ’δις, Σαραντίδ’δις, αυτοί ήταν πρώκ(ι)! Τι θα πάθ’ς άμα χάγ’ς πέντι-δέκα κιλά;

Αλλά γω πγκη πλάστιγκα τ’ς «έκλιβγα!». Ίβλιπι η μανάβ’ς πους ‘φκοί δε γροικούν. Ίλιγι η βέργα, στου τέλους, 55 κιλά; Γω ίλιγα 50! Φτος ο παραγωγός, δεν ίπιρνι χαμπάρ πους ήταν 55! Η μανάβ’ς ίβλιπι ότι κέρδιζι, τση του εκτιμούσι! Όχ(ι), ότι κέρδιζα εγώ… Αλλά έπριπι να είμαστι σουστοί!

Να καταλαβαίνουμι τση ντου μανάβ’, ντουν έμπουρα!

Αλλά οι παραγωγοί μας, δε ντα ξέραν αυτά! Άμα του παίρναν χαμπάρ’!

Ω! Ένα κιλό κόβγ’ς!! Θα έπιφτι φαγουμάρα!!! Τση τά ‘χαμι λοιπόν καλά τση μι τ’ς μανάβ’δις! Ένας μάλιστα μια φουρά, απ’ ντου Πουλιχνίτου, του Καζανέλ(ι) η Παναγιώκ’ς, μού φιρι ένα τινικιέ λάδ’!

Μιχάλης Καλαμπάκας-Μικιδάκ(ι)

 Γιώγης Αλ. Χριστοδούλου. Περιβολάρης και καφετζής!

Ο μπαρμπα-Γιώργης Χριστοδούλου ήταν καφετζής στον καφενέ του στα Χωραφούδια. Έκανε μια περίοδο και το περιβολάρη στον Ποδαρά. Τον ερχομό του «εκμεταλλεύτηκαν» οι άλλοι οι μπαχτσιαβανοί και τον πρότειναν για βραδινό καφετζή στο αναβαθμισμένο πλέον καφενεδάκι του μπαρμπα- Σταύρου Κατρακά!

Ο μπαρμπα-Γιώργος Αλ. Χριστοδούλου-δεξιά με τους αδερφούς: Βάγιο, Μιχάλη και Βαγγέλη Καλαμπάκα στο λιοτρίβι του Τσακίρη (Μεσότοπος 1987)

Ήμουνα μπαχτσιαβάν’ς του 1954 και ’55. ςντου Πουδαρά, στ’ Γαβριήλ του Ποδάρα τα χωράφια, τ’ γαμπρού μ’. Κατέβαζα τση γω ντουμάτις ςντουν άμμου, κάτου ςτςι βάρτσις. Τότις μπαχτσιαβανοί είχι πουλλοί. Σταύρακας, Σαραντίδ(ι)δις, Πικ’νοί-(Μοσχόβηδες), Βουλγαράκια-(Βαγγέλης Κελαϊδίτης)…Η μπαρμπα-Σταύρους η Κατρακάς είχι ένα χουραφάκ(ι) εκεί κουντά στη θάλασσα, είχι του σπιτάκ(ι) τ’ μέσα κι ένα κουμάτ’ που του ‘βαζι λίγου περιβόλ(ι).

Είχε σα καφινέ, εφτου πέρα. Είχι μια χαβούτζα… δεν ήταν τίπουτα.

Κι ντουν άφ’σι η άθρουπους γιατί δεν είχι του οικουνουμικό, να ντουν κάν(ι) όπους ντουν έκανι μιτά. Ε, επειδής ήμ’ γω καφιτζής στα Χουραφούδια, τση ίξιρα τα κόλπα, μ’ λέγαν ούλ(ι) οι μπαχτσιαβανοί να ανοίξου καφινέ, τα βράδια! Λέου, ναι βρε πηδιά αλλά θέλει δουλειά, να κάνουμι τσιαντήρα, θέλ(ι) ξύλα, να κάνουμι πλαϊνά, να ντου στσιπάσουμι που πάνου… Πού θι ντά ‘βρου γω ‘φτα τα πράματα;

Μου λέει ο «Πετεινός» (Μοσχόβης) ο Βάγιους, του «Βουλγαράκ(ι)» (Κελαϊδίτης), κι άλλ(ι)… Θα σου φέρουμε τις ψάθες μας, που βάζουμι ςτςι πρασιές, γιατί δεν είχε ακόμα τζιαμλίκια κι πλαστικά! Είχε ψάθες και ρίχναν κι από πάνω φτέργες! Θα σου φέρουμε και κανα ξύλου, κανα καντρόν(ι), ό,τι έχ(ι) ο καθένας, να κάνουμι ντου σκιλιτό, να στήσουμι καφινέ!

Λέου, άμα τα φέριτι αυτά, «μπράβου», να ντουν ανοίξουμι να μαζιβγόμιστι τα βράδια, γιατί γκη μέρα ο κάθα ένας είνη στις δουλειές του.

Πραγματικώς, φουρτώσαν τ’ς γαϊδάρ’ ντουν, κατιβάσαν τςι ψάθις τουν(ι), ξύλα λουγιώ-λουγιώ, κάναμι ντου σκιλιτό έφτου πέρα, τα γύρου-γύρου, κάναμι μι φτέργις τσιαντήρα… Είχα ένα φανάρ’ μιγάλου απ’ τα παλιά τση μια λαμπούδα μέσα.

Αυτές ήταν οι «ευκολίες» μας! Ρέγους, μουρφιά!!!

Τση κατιβαίναν πια ηλιουβασίλεμα, πιο αργά, μόλις τέλειουνι τςι δ’λειές τ’ ο καθένας… Τση απ’ του Τσιράγ(ι)-αψ’λά ςντου κάμπου, κατιβαίναν…

Καμιά φουρά, ανάρια-ανάρια φέρναν τση τςι γυναίκες τους.

Μαζιβγόμασταν δέκα-δικαπέντι πίναν κανα καφέ, κανα ούζου τση κουβεντιάζαν. Γιατί ρχόνταν κι μανάβ’δις απουβραδίς να τ’ς ανταμώσ’ν, να κλείσουν οι συμφωνίες, τι ντουμάτα ήθελε να φουρτώσ’ η κάθα βάρκα, τα καΐκια, ξέρου γω…

Δούλιβγι πουλύ τότες ο Ποδαράς γκη ντουμάτα!

Θ’μούμι ρχόνταν τ’ «Αγιασιουτέλια», Πουλιχνιάτις: ου Σαμαράς, ου Καζάν’ς, Πλουμαρίτις… Μας ξέραν ούλ(ι) τ’ς μπαχτσιαβανοί.

Κάναν κουβέντα πρώτα κι μιτά ανιβαίναν ςντου κάμπου.

Πηγαίναν βλέπαν λέγαν κόψε μ’ δυο γουμάρια.

Πηγαίναν πιο πάνου παίρναν κι άλλα κι συμπληρώναν του φουρκιό ντουν.

“Ριγουλάραμι ντου καφινέ ςτου Πουδαρά…”

Γλέντι στον καφενέ του “Κατρακά”. Χορεύουν το “ντούρου-ντούρου” οι: Κλέαρχος Βουρνάζος, Κωστής Παπουτσής, άγνωστος, Γιώργος Αντ. Βασίλης, Γρηγόρης Πιπίνς,- “Παν(ι)τράκους, Αρίστος Γιανίτσαρος, κερνάει ο καφετζής Σταύρος Αποσπόρης-“Κατρακάς”. Παίζουν οι οργανοπαίχτες: Παύλος Αδαλόπουλος-ούτι και Γιώργος Καρτέρης-“Ψ(ι)λόργους” (Ποδαράς 1954)

 

Οικογένεια Χαράλαμπου Κελαϊδίτη

Ντουν ήνοιξα ντου καφινέ γω στα δυο χρόνια που ήμουνα μπαχτσιαβάν’ς κάτου. Τ’ Άγιου Τσήρικα, που είχι πανηγύρ’ ο Πουδαράς, έρχονταν όργανα τση ξ(ι)μιρουνόμιςτι! Κατέβηνι κόσμους, γινόνταν καλό παναγύρ’ κείνα τα χρόνια! Θυμάμαι είχα φορτώσ’ ντου γάιδαρό μ’ απ’ του χουριό. Του έβαλα έξ(ι) καρέγλις κι ένα τραπέζ’ πανουσάμαρα τση τα έφερα ςντου Πουδαρά. Τση αρνιά σφάξαμι, παίζαν οι μουσικοί σιαμ του προυί! Ήταν παρέα ο Γιάνν’ς ο Δουδουνής, τ’ «Κιαχαγιά-Μανόλ(ι)», ο γερο-«Σαπλίκους» (Βασίλας) ο μπαρμπα-Βασίλ’ς, ο Σίμους-«Παπασυμεών» (Βασίλας), παρέα μιγάλ(ι)! Είχα ένα τζιάκ(ι) πρόχειρου εκεί σι μια σπηλιούδα σ’ ένα ραχτέλ(ι) π’ ντου Κούτσουρα μπάντα, ανάβαμι ξύλα τση καπιριάζαμι-ψήναμι τα κρέατα εκεί.

Αυτή ήταν η ψησταριά μας! Τα αρνιά τα φέραν αυτοί μαζί ντουν.

Ρακί είχα δικό μ’, ξιν(ι)κό. Το αγόραζα απ’ τα μαγαζιά: απ’ ντουν «Αρχουντέλ(ι)¨-(Νίκο Ευστρατιάδη), ντου Σκιντέρ’. Έπαιρνα ούζο πάντα, γιατί είχα μόνιμα ντου καφινέ στα Χωραφούδια.

Τα χρόνια που ήμουνα το καλοκαίρ’ καφιτζής ςντου Πουδαρά, απάνου στα Χωραφούδια στο καφενέ ήταν καφιτζής ο μπαρμπας μου ο Αλέκος. Αυτόν τον είχα σύντροφο 13 χρόνια! Ε, μετά πια γέρασε ο καημένος έμεινα μοναχός μ’. Οργανοπαίχτες ήταν ο Πέρκους ου Στέλιους-βιουλί, του Σταυράκ(ι)-κιθάρα, ο Στρατής ο Τσιακίρ’ς-κλαρίνου, και τρόμπα-τρομπόνι ο αδερφός τ’ ο Παναγιώκ’ς Τσακίρης. Γω στα όργανα δε πλέρωνα κίπουτα. Όσα παίρναν δικά τους. Ε, όχ(ι) πους παίρναν πια παράδις πουλλοί τα όργανα, ήταν τα χρόνια δύςκουλα, αλλά καλά τσ’ άξια. Ε, μιζέ, κι κανα ρακί ντουν ίδινα. Αλλά τα φαγιά μας τότις ήταν…ντουμάτις κι αγγούρια! Ε, γω μετά τα δυο χρόνια, παρέκ(ι)σα, έφ’γα απού κει ντουν(ι) πιρίλαβι η μπαρμπα-Αλέκους η Κατρακάς. Ντουν(ι) χτίσανε ντου καφινέ τση ντουν’ είχι κανα χρόνου-δυο, δε θυμάμι πόσου! Μαζί μι ντουν αδιρφό τ’ του Σταύρου, τον δουλεύαν…

Ο Συνεταιρισμός σήμερα…

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από το οργανωμένο ξεκίνημα της συνεταιριστικής προσπάθειας στο χωριό μας. Σ’ όλη αυτή την ιστορική διαδρομή το συνεργατικό πνεύμα κρατήθηκε ζωντανό. Ο Συνεταιρισμός των περιβολάρηδων του χωριού ήταν μια από τις σελίδες της δημιουργικής του πορείας. Σήμερα ο Αγροτικός Κτηνοτροφικός Συνεταιρισμός, μετά από τα σταθερά βήματα των τελευταίων δεκαετιών, επιχειρεί άλματα! Τα κτηνοτροφικά, κυρίως προϊόντα του, διακινούνται οργανωμένα σε Λέσβο, Αττική και Θεσσαλονίκη, ενώ δεν λείπουν και οι εξαγωγές κυρίως τυριού-φέτας και εκτός Ελλάδος. Ευχή όλων η ανοδική αυτή πορεία να συνεχιστεί, η πρωτογενής παραγωγή να αυξάνεται και να παραμένει ποιοτική την ύπαιθρο και τα χωριά μας να τα χαρακτηρίζουν η ζωή και η δημιουργία.

  (λεσβιακή εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», 5-12-1923)