Ρώπουδας να μην απουμείν’ !

 
Από τον Τ. Μακρή

Οι πρόγονοί μας ήταν επιρρεπείς στις κατάρες. Η γλώσσα, που μάς άφησαν βρίθει από διατυπώσεις τέτοιου περιεχομένου και χρειάζεται εξειδικευμένη μελέτη, για να γίνει κατανοητή αυτή η συμπεριφορά τους. Ξέρουμε βέβαια πως και στην αρχαιότητα είχαν τους βωμούς τους, για να ρίχνουν τις αρές τους, τα αναθέματά τους. Στην καθομιλουμένη αναθεματίζω, σημαίνει καταριέμαι. Οι αρχαίοι βωμοί των αναθεμάτων λεγόταν και «αρές» κι εκεί έρριχναν «τον λίθον του αναθέματος». Το παραλιακό τοπωνύμιο «Αρά» είναι πολύ πιθανόν να έχει σχέση μ’ αυτές τις δραστηριότητες ή ίσως με τη φράση «άρα-κατάρα», την καταραμένη τύχη του, αφού ενδείξεις υπάρχουν πως στρώματα οικισμών είναι καταχωμένα από αλλεπάλληλες φυσικές καταστροφές (πλημμύρες-σεισμούς).
Mια τέτοια καταστροφή εύχεται να συμβεί και η φράση, με την οποία παιδευόμαστε. Κάποιος αγαπημένος τη ξεστόμισε, όχι εναντίον εχθρού του, αλλά σε βάρος ολόκληρου κοινωνικού συνόλου. Αυτό μαρτυρούν οι λέξεις της διατύπωσης.
Ο ρώπουδας είναι ιδιωματική λέξη και οδηγούμαστε στην αποκρυπτογράφησή της συσχετίζοντάς την με μιά παραπλήσια κατάρα: «Χουρτάρ’ να μη φυτρώσ’». Και οι δυό εύχονται την ερήμωση με τον ίδιο τρόπο, την αποψίλωση. Λογικό, λοιπόν, ο ρώπουδας να είναι το χορτάρι, ο αρχαίος ρώψ-ρωπία βλάστηση. Ακόμα ένα λεκτικό απολίθωμα της ντοπιολιαλιάς μας!
Η ερήμωση και η καταστροφή θα προερχόταν, κατά τους προγόνους μας, από τις κατάρες τους, που δεν ήταν και πολύ σίγουρο πως θα «πιάνανε». Στους χρόνους μας ξεπεράσαμε τέτοιους πρωτογονισμούς, γιατί δεν τους έχουμε ανάγκη: Εμείς δίχως να καταραστούμε κανένα, καταφέρνουμε να πετυχαίνουμε την ερήμωση. Κάνουμε, όποτε θέλουμε, ένα τόπο τόσο έρημο, ώστε να μη φυτρώσει ρώπουδας! Να λαλούν μόνο κουκουβάγιες!
Η φράση «θα λαλήσιν οι κουκβάγις» δεν είναι κατάρα, είναι προφητεία. Έχει όμως σχέση κι αυτή με την ερήμωση, αλλά όχι της γης, παρά των οικισμών. Λέγεται στις περιπτώσεις, που οι άστοχες ανθρώπινες πράξεις φαίνεται πως οδηγούν στην καταστροφή των οικισμών τους. Και είναι αυτές απίστευτα πολλές!
H κουκουβάγια είναι πουλί κοντά στους ανθρώπους, αν βρει χώρο να φωλιάσει. Οι παλιοί οικισμοί πρόσφεραν τέτοιους χώρους, τα σύγχρονα όμως σπίτια τούς στερούν από τα πουλιά, τα οποία μη βρίσκοντας πού να εγκατασταθούν φεύγουν μακριά από τους ανθρώπους. Τα παιδιά των χρόνων μας δεν έχουν ακούσει το λάλημα της κουκουβάγιας. Ευτυχώς για τις κουκουβάγιες οι άνθρωποι, με αμείωτη ευσυνειδησία, εξακολουθούν να παράγουν χαλάσματα κατάλληλα για την εγκατάσταση της κουκουβάγιας. Εκεί τα βράδια με το σεληνόφως, λαλούν και πάλι θρηνητικά οι κουκουβάγιες, εκεί, που δεν γίνονται πια ανθρώπινες δραστηριότητες, ούτε ακούγονται φωνές παιδιών.
Το ανθρώπινο είδος είναι δημιουργικό, χτίζει θαυμαστούς οικισμούς, διαμορφώνει περιβάλλοντα, μετατρέπει ερήμους σε παραδείσους. Καμαρώνει τα έργα του, τα θαυμάζει, τα επαινεί, κι ύστερα δίχως κανένα δισταγμό, ρίχνει βόμβες και τα χαλά! Συμπεριφορά σχιζοφρενική! Το μόνο είδος στον πλανήτη μας, που πλασμένο δήθεν κατ’ εικόνα και ομοίωση του θείου, αντιλαμβάνεται την έννοια της λογικής και ισχυρίζεται πως την υπηρετεί, αλλά γίνεται τόσο παράλογα καταστροφικό για τα δικά του έργα. Κάποιοι δαίμονες, φαίνεται, συσκοτίζουν το νου του και τον οδηγούν στην παραφροσύνη: Να ενεργεί δηλαδή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να στερεί τις κατοικίες απ΄ τα μέλη του δικού του είδους και να τις κάνει προσφορά στις συμπαθητικές και χρησιμότατες για το περιβάλλον, κουκουβάγιες. Χαλάλι τους, αλλά ο παραλογισμός δεν ευπρεπίζεται με τέτοιες δωρεές, μένει με τις αιχμηρές του απολήξεις, για να στιγματίζει το ανθρώπινο είδος, που επαίρεται για την αθάνατη ψυχή του, ικανή να διεκδικεί, μετά από τους χαλασμούς της παρανοϊκής συμπεριφοράς της παραδείσια συνέχεια.
H εγκατάλειψη και ο χαλασμός των ανθρωπίνων οικισμών χάνεται στις χιλιετίες του παρελθόντος και δεν είναι πάντα ο πόλεμος η αιτία. Μερικές φορές, μάλιστα, η εγκατάλειψη οικισμών είναι απόλυτα δικαιολογημένη και αναγκαία και εντάσσεται τότε στην ομάδα των λογικών ενεργειών. Η εγκατάλειψη του οικισμού από φυσικούς κινδύνους (ηφαίστεια, σεισμούς, πλημμύρες) είναι λογική ενέργεια. Η εγκατάλειψη όμως από αστυφιλία ή και από πονηρές ανάλγητες πολιτικές, σε ποια ομάδα πρέπει να καταταγεί; Το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί και δίχως καθυστέρηση, γιατί η εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι παγκόσμιο πρόβλημα με καταστροφικά αποτελέσματα για τις ανθρώπινες κοινωνίες, τις οικολογικές ισορροπίες, τις κλιματικές διαταραχές. Κι επειδή προέρχονται από ενσυνείδητες ενέργειες, μπορούν να ενταχθούν κι αυτές στο χώρο της ανθρώπινης παράνοιας.
Γη, στην οποία να μη φυτρώνει ρώπουδας, έρημα τοπία δίχως ρωπία βλάστηση, χαλάσματα, που πάνω τους φωλιάζουν και λαλούν κουκουβάγιες, έβλεπαν οι πρόγονοί μας στο μέλλον. Αυτή τους την αβάστακτη απαισιοδοξία διατύπωσαν με φράσεις τους, κατάρες και μαύρες προφητείες και τις πέταξαν μέσα στη γλώσσα τους, για να φθάσουν σ΄ εμάς σε παροιμιώδη μορφή. Την απαισιοδοξία τους δεν χρειάζεται να την κρίνουμε. Πάντα οι άνθρωποι ήταν ανήσυχοι για το μέλλον και η ανησυχία θρέφει την απαισιοδοξία, εξού και η πλεονασματική δυστυχία έναντι της ελλειμματικής δυστυχίας.