Δεύτερη Κυριακή τού Πάσχα (Τών Μυροφόρων) και όπως είναι γνωστό όχι μόνο πανελαδικά αλλά κι εκτός Ελλάδας, την ημέρα αυτή γιορτάζει με κάθε μεγαλοπρέπεια εδώ και πολλά χρόνια “”Ο Ταξιάρχης Μιχαήλ”” με την γνωστή θαυματουργή του εικόνα, (από πηλό με αίμα τών μοναχών που σφαγιάστηκαν τότε παλιά απ’ τους Σαρακηνούς και χώμα) στον Μανταμάδο, μοναστήρι το πρότερον!
Μεγάλος συνωστισμός φέτος από προσκυνητές χαλιάδες… Πόσες; Είκοσι;; Τριάντα; Σαράντα; Δεν μετριούνται! Δεν υπήρχε θέση πουθενά όσο και μακριά απ’ τον κυρίως χώρο, για παρκάρισμα! Οι περισσότερες χιλιάδες ήταν… “”Ρομά”” απ’ όλη την Ελλάδα, μέχρι και σκηνές έστησαν στον εκεί χώρο. Κι αυτό γνωστό, διότι είναι ο αγαπημένος τους “”Ταξίαρχος”” όπως τον λένε.
Ενδεικτικά αναφέρω ότι σχεδόν νέοι και μεγαλύτεροι, φορούσαν….στρατιωτική στολή παραλλαγής, παντελόνι, μπουφάν, τζόκεϊ με την εικόνα του Ταξιάρχη στάμπο στο μανίκι τους! “”Ειναι -λένε- ο Ταξίαρχος μας, κι εμείς οι στρατιώτες του.””! Αυτό θα πει πίστη! Όλη την νύχτα τού Σαββάτου είχαν κατακλύσει τον ναό. Ας το πούμε… “ήταν υπό την κατοχή τής πίστης και της αγάπης τους στον Ταξιάρχη”! Έψελναν συνεχώς διάφορα τροπάρια, “”Σώσον κύριε τον λαόν σου”, “Τη υπερμάχω”, “Χριστός ανέστη” και άλλα, ένας δε καλοντυμένος, προφανώς “επι κεφαλής”, τους μίλησε εν είδει ας το πούμε “”κηρύγματος”, συστήνοντάς τους τον σεβασμό προς την εκκλησία, την αγάπη προς τον πλησίον, την αλληλεγγύη και άλλα σχετικά! Νεαρές δε κοπέλες (Ρομά πάντα) είχαν την ευθύνη για την καθαριότητα τού ναού όλη την νύχτα και ειδικότερα το μάζωμα και το σβήσιμο τών κεριών στα μανάλια, διότι οι προσκυνητές έμπαιναν συνεχώς όλη την νύχτα! Ρομά… καλοντυμένοι, άλλες απ’ τις γυναίκες και με παραδοσιακά τους ρούχα, καμία σχέση μ’ αυτούς εδώ που μάς κάνουν τόσα και τόσα…. να μην τα λέμε!
Από το μεσημέρι τού Σαββάτου, άρχισαν τον ποδαρόδρομο… προς τον Μανταμάδο οι προσκυνητές από την Μυτιλήνη, με πίστη και αγάπη στον Ταξιάρχη μας, διανύοντας τα τριανταπέντε χιλιόμετρα γύρω στις πέντε με επτά ώρες, ανάλογα την κράση και την ηλικία, το ίδιο κι απ’ τ’ άλλα χωριά απ’ τους δικούς δρόμους, και βέβαια και πλήθος από καβαλάρηδες! Γύρω στους εβδομήντα ήταν οι πάγκοι από την Παρασκευή βέβαια, με τα διάφορα εμπορεύματα, είδη ένδυσης, υπόδησης, οικιακά σκεύη, παιχνίδια, γλυκά, χαλβάδες, μαλλί τής γριάς, μέχρι και σουβλάκια! Αλλά όπως είπαν οι πωλητές, ο κόσμος δεν ψώνιζε… Εμ βέβαια…απ’ την ακρίβεια και τα χάλια μας μέχρι και τον…αφθώδη μας…εδώ, τι περιμένεις! Χαρακτηριστικά είπε ένας πωλητής που κάθε χρόνο έρχεται απ’ την Αθήνα: “”Αυτοκίνητο με τα είδη μου και δύο άτομα, δώσαμε 1500 ευρώ στο πλοίο… Και εδώ ενοίκιο για δυό μέρες στην Κοινότητα, 280 ευρώ, 50 παραπάνω από πέρυσι που ήταν 230 και σκέφτομαι αν θα βγάλω τα έξοδα επιστροφής.””! Ουδέν σχόλιο εδώ!
Και για να κλείσω (είπα τα κυριότερα), τα παρακάτω τα θέτω, ας το πούμε υπό τύπον ερώτησης–απορίας (όπως θέλετε πάρτε το).
Όπως είναι γνωστό σε όλα μας εδώ αυτού τού είδους τα πανηγύρια παρασκευάζεται και μοιράζεται στον κόσμο το πατροπαράδοτο “”κισκέκ'”” κρέας με σιτάρι και με ειδικό τρόπο παρασκευής. Το σφάγιο πάντα το κάνει κάποιος χορηγός (τάμα στον εορταζόμενο άγιο). Στον Ταξιάρχη εδώ και κάποια χρόνια, όπως έχω ακούσει, χορηγός είναι από την Αθήνα με δύο μοσχάρια ως σφάγιο. Φέτος (στα πλαίσια του στημένου παιχνιδιού…. με τον αφθώδη (έτσι το λέει ο κόσμος), τού απαγορεύτηκε αυτό και ο άνθρωπος αναγκάστηκε και έστειλε μόνο δύο πρόβατα, σφαγμένα εννοείται, οπότε αντί για “”κισκέκ'” η εκκλησία…μαγείρεψε “”κρέας με ρεβύθια””, είναι όμως κι αυτό νόστιμο φαγί, που μαγειρεύθηκε σε…. εικοσιοχτώ -28- καζάνια, όλη την νύχτα τής παραμονής. Αλλά στην διανομή ανήμερα τής γιορτής, δεν μπόρεσαν να το γευτούν όλοι, διότι έπρεπε να έχουν πάρει μαζί τους…. “τάπερ”” ελλείψει… κεσεδακίων! Λοιπόν τελειώνοντας: Όταν μιλάμε για παράδοση και έθιμα, αυτά πρέπει να συνεχίζονται από γενιά σε γενιά χωρίς να αλλάζουν, νόμος είναι αυτός, αλλιώς χάνουν την αξία τους κι εμείς την ταυτότητά μας ως Έλληνες και δη ως Λέσβιοι. Το “κισκέκ’ είναι πατροπαράδοτο, απ’ τα βάθη τής Μικρασίας τής Ελληνικής τότε έχει έρθει, και για να γίνει θέλει βοδινό κρέας “βόδι” που τώρα το απαγόρευσαν. Έβαλαν φαίνεται σκοπό να μάς τα αλλοιώσουν κι αυτό (και ειδικά αυτόν τον καιρό) γιατί ίσως μάς περνάνε για “”βόδια””!
Μήπως πρέπει να ψαχτούμε τι και ποιοι είμαστε; Κι από κει βλέπουμε! “”Ταξιαρχέλ’ ιμ σμπάθαμι, απουρίις έχου. “Απορώ και εξίσταμαι” που λεν!
Βαγγέλης Χατζημανώλης
*******
