Παιδικές θύμησες από την Γερμανική Κατοχή

Ένας άλλος ευσυγκίνητος Γερμανός…

Μια συγκινητική ιστορία ανθρωπιάς

ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΛΗΡΟΙ ΚΛΑΙΝΕ
Από τον Τ. Μακρή

Πόλεμος, κατοχή, πείνα, φτώχεια, είναι έννοιες, που δε γίνονται κατανοητές, απ’ όσους δεν τις έχουν ζήσει. Η Ελλάδα καταματωμένη, ρακένδυτη και ρημαγμένη είχεκαταρρεύσει σε δυσανάλογους για τα μέτρα της πολέμους και βίωνε τώρα την κατοχή απ’ ένα σκληρό κατοχικό στρατό, που τη λεηλατούσε συστηματικά κι άφηνε στους Έλληνες μόνο τον καθαρό αέρα τους, που κι αυτός άρχισε να μολύνεται με τη δηλητηριώδη ανάσα των Ιταλικών και
Γερμανικών στρατευμάτων.
Η Ελλάδα, στην Ιστορία της, ποτέ δεν τα κατάφερε να τα έχει καλά με τον πλούτο. Οι Έλληνες πάντα ήξεραν από φτώχεια, αλλά αυτό που ζούσαν τώρα, ήταν πρωτόγνωρο. Τίποτα δεν εύρισκαν οι άνθρωποι στο εμπόριοΤο ψωμί και τ’ άλλα τρόφιμα χάθηκαν και, αν βρισκόταν κάπου μια μπουκιά, στοίχιζε μια περιουσία. Σκελετωμέναπαιδιά, όσα μπορούσαν να σύρουν ακόμα τα πόδια τους, χτυπούσαν τη νύχτα τις πόρτες, άπλωναν το κοκκαλιάρικο χεράκι τους και με σβησμένη φωνή ζητιάνευαν απ’ αυτούς που πίστευαν πως είχαν κάτι παραπάνω: «Ω θειά, δώσι μοι μια δαγκαματιά ψουμέλ’»!
Πώς να καταλάβει σήμερα αυτός που ταΐζει τις κότες του με ψωμιά, που δίνει «τον άρτον τοις κυσί», πόση εξάρτηση είχε η ζωή, στους μαύρους εκείνους χρόνους, από μια «δαγκαματιά ψουμέλ’»; Πώς να καταλάβει η σημερινή μάνα, που, όταν αρρωστήσει το παιδί της, το πηγαίνει στους γιατρούς και το γιατρεύουν δωρεάν, μ’ όλα τα φάρμακα που χρειάζονται; Πώς να πιστέψει πως οι περισσότερες μάνες είχαν ξεχάσει τι θα πει γιατρός και από φάρμακα μόνο τα γιατροσόφια της γιάτρισσας της γειτονιάς κυκλοφορούσαν; Αυτός ήταν κι ο λόγος που η κυρά Ταξία παρόλο που, σαν όλους τους Έλληνες, μισούσε τους Γερμανούς, δέχτηκε τηβοήθειά τους.
Ο Γιωργάκης, ένα εξάχρονο σκαθαράκι, παρόλες τις στερήσεις της εποχής, είχε δυνάμεις για σκανταλιές, αφού ο ψαράς πατέρας του έφερνε στο σπίτι θαλασσινές μπουκιές. Οι σκανταλιές του ήταν πολλές, αλλά στο σκαρφά-λωμα ήταν άπιαστος. Δεν υπήρχε τοίχος, που να μην τον
είχε κατακτήσει. Έμεινε μόνο μιά κολόνα έξω από το φυλάκιο των Γερμανών, που είχε σειρά να κατακτηθεί. Ήταν απομεινάρι από παλιό σαπουνοποιείο, χτισμένη με πέτρες
κι ο χρόνος την είχε διαβρώσει. Το ελαφρύ παιδικό κορμάκι γαντζώθηκε στις πέτρες, που εξείχαν και ανέβαινε. Το ατύχημα δεν άργησε. Το παλιό χτίσμα κατέρρευσε και το παιδί βρέθηκε ανάμεσα στα χαλάσματα με πλακωμένα και καταματωμένα τα ποδαράκια του.
Έτρεξαν οι Γερμανοί στρατιώτες, απελευθέρωσαν το παιδί και το πήραν στο φυλάκιο για τις πρώτες βοήθειες.
Ένας από τους Γερμανούς έμοιζε να ξέρει από ιατρική. Ίσως να ήταν γιατρός, ίσως νοσοκόμος, πάντως είχε και χρησιμοποιούσε φάρμακα. Έτρεξε η μάνα κι ο πατέρας κι οι Γερμανοί τους έδωσαν να καταλάβουν πως θα κρατούσαν το παιδί για να το γιατρέψουν. Σκέφτηκαν οι γονείς του παιδιού πως δεν είχαν καμιά δυνατότητα να το βοηθήσουν οι ίδιοι και την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι, άφησαν το παιδί στα χέρια των Γερμανών. Είχαν όμως τη δυνατότητα να το επισκέπτονται κι ήξεραν ότι τουλάχιστον έτρωγε. Ο γιατρός έδειξε, στην περίπτωση του τραυματισμένου παιδιού, αισθήματα απίστευτα για Γερμανό στρατιώτη. Επειδή ο χώρος του φυλακίου ήταν λιγοστός, δεν υπήρχε περισσευούμενο κρεβάτι για το παιδί. Έβαλε λοιπόν το παιδί στο δικό του κι εκείνος έστρωσε και κοιμόταν στο πάτωμα. Βλέποντας οι γονείς αυτή τη δυσκολία θέλησαν να πάρουν το παιδί. Ο γιατρός αρνήθηκε να τους το δώσει. Τους δήλωσε πως έπρεπε να κλείσουν όλα τα τραύματά του κι ύστερα θα έφευγε από τα χέρια του.
Έμεινε λοιπόν αρκετές μέρες με τους Γερμανούς κι εκείνος τους συμπάθησε. Ένα πρωινό ξύπνησε κι άκουσε στο πάτωμα το γιατρό να ρουφά τη μύτη του, ένδειξη ότι έκλαιγε. Έσκυψε και τον είδε να βαστά μια φωτογραφία και να τη φιλάει. Σκούπισε τα κλαμένα μάτια του και την έδωσε στο παιδί. Ήταν δυό αγόρια στην ηλικία του. Η σκηνή ήταν δραματική. Όσο μικρός και να ήταν, δε γινόταν να μην καταλάβει το λόγο, για τον οποίο έδειξε τόσο ενδιαφέρον γι’ αυτόν ο γιατρός.
Λένε πως ο πόλεμος κάνει τους ανθρώπους θηρία. Τα πολεμικά έργα δείχνουν διαχρονικά πως η άποψη αυτή αληθεύει πέρα για πέρα. Όταν μάλιστα επρόκειτο για το γερμανικό στρατό των Ναζί, που ήταν από τους πιο εκπαιδευμένους στη σκληρότητα και από τους πιό πειθαρχημένους, που ανέδειξε η ιστορία, δε θα περίμενε ποτέ κανείς να συναντήσει στις τάξεις του υπολείμματα ανθρώπινων αισθημάτων. Κι όμως..!
Ήμουν τότε κι εγώ, ο γράφων, μικρούλης τεσσάρων πέντε χρόνων και θυμάμαι. Μ’ άλλους της παρέας, αντίθετα από τους μεγάλους, δεν είχαμε κανένα φόβο να πλησιάσουμε τους Γερμανούς στρατιώτες. Ίσα-ίσα που το επιδιώκαμε, γιατί μας χαιδεύανε τα κεφαλάκια και σχεδόν πάντα μας φιλοδωρούσαν με καραμελίτσες και η ματιά τους ήταν γλυκιά σαν τη γεύση της καραμέλας. Φαίνεται πως είχαν κι αυτοί παιδάκια κι ανησυχούσαν για την τύχη
τους.
Τι περίεργοι που είναι οι άνθρωποι! Πώς γίνεται μέσα στην ίδια ψυχή να κατοικούν ένας λύκος κι ένας άνθρωπος; Το χρόνο της διεξαγωγής των «πολεμικών επιχειρήσεων» επικρατούν τα λυκίσια ένστικτα. Η στρατιωτική αγέλη υπακούοντας στον αρχηγό της κατασπαράζει τους βαφτισμένους εχθρούς της, καταστρέφει, αρπάζει, ρημάζει ό,τι βρει μπροστά της. Κι ύστερα, όταν καταλαγιάζει ο ορυμαγδός του πολέμου, φουντώνει ο φιλειρηνισμός και επικρατεί τώρα το αντιπολεμικό κύμα των λαών ή είναι μαθήματα απ’ τις συμφορές των πολέμων; Ξεκίνησαν μόνοι τους οι λύκοι, ή υπάκουσαν στον αρχηγό δίχως δεύ-
τερη σκέψη; Είναι ελαφρυντικό η τυφλή-αδιαμαρτύρητη υπακοή και δικαιολογείται ο στρατιώτης, που δηλώνει άγνοια της αγριότητας των πολέμων;
Είναι σίγουρο πως τα ερωτήματα απαντήθηκαν και θα απαντηθούν πολλές φορές, με πολλούς τρόπους και στο μέλλον. Οι στρατιώτες όμως πάντα θα πατούν την σκαντάλη του όπλου τους πειθαρχώντας σε διαταγές. Κι ύστερα θα κλαίνε για τα παιδιά τους και θα κρύβουν τις
ευθύνες τους για το ρημαδιό που προξένησαν.