Ιγνάτης Ψάνης

Ξεκινούμε μια νέα σειρά άρθρων, στα οποία θα ασχοληθούμε ξεχωριστά με κάθε κτήριο, που αποτελεί εγκαταλελειμμένη δημοτική περιουσία του χωριού μας.
Ξαναπιάνουμε το κουβάρι των εγκαταλελειμμένων κτηρίων στο χωριό μας, που είναι δημοτική περιουσία, με πρόθεση να ξαναθυμίσουμε το πολύ σοβαρό θέμα για εμάς, θέμα κοινωνικό, οικονομικό, δικαιοσύνης και ανάγκης. Μια υπενθύμιση, απαραίτητη και αναγκαία μέσα στις πολλές ενασχολήσεις της δημοτικής αρχής και χωρίς απολύτως καμιά αντιπολιτευτική διάθεση. Στόχος μας είναι η πρόοδος και η ανάπτυξη του χωριού μας, όπως και της δημοτικής αρχής, υποθέτουμε.
Δεν είναι τοπικισμός να ξανατονίσουμε και να ξαναμιλήσουμε άλλη μία φορά για την αρχιτεκτονική αξία του Πολιχνίτου. Ολοένα και περισσότεροι, κυρίως ξένοι πια, εντυπωσιάζονται και μιλούν με πολύ κολακευτικά λόγια αλλά και ενδιαφέρονται για τον οικισμό μας.
Κάποια παλιά σπίτια και καταστήματα, όμως, είναι παραμελημένα ή και εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους. Προφανώς έχουν σοβαρούς λόγους, όπως κληρονομικές διαφορές, οικονομική δυσπραγία, μετεγκατάστασή τους σε άλλες περιοχές της χώρας, κλπ. Λίγο πολύ αιτιολογούμε τις επιλογές τους, ίσως και να τις δικαιολογούμε σε κάποιες περιπτώσεις.
Όμως σε καμία απολύτως περίπτωση δεν μπορούμε ούτε να αιτιολογήσουμε ούτε να δικαιολογήσουμε αλλά ούτε και να κατανοήσουμε την εγκατάλειψη από τη δημοτική αρχή εμβληματικών κτισμάτων του τόπου μας, εξαιρετικής αρχιτεκτονικής και αισθητικής, που είναι δημοτική περιουσία.
Ποια δημοτική αρχή δεν θα ήθελε να είναι κάτοχος του κτηρίου του Μπάρου ή του Χιωτίνη, με τον άνετο και μεγάλο αύλειο χώρο, στο πιο πολυσύχναστο μέρος του χωριού. Το πρώτο χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια ως αποθήκη του συλλόγου Μπάλου… Το δεύτερο κλειστό.
Εγκαταλελειμμένα κτήρια, που χρόνο με το χρόνο επιβαρύνονται και διολισθαίνουν σταδιακά προς την κατάρρευση.
Αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, που δυστυχώς δε συγκινούν, παρατημένα στην ανελέητη  φθορά του χρόνου.
Αδιάφοροι περαστικοί ρίχνουν μια ακατάδεκτη, περισσευούμενη ματιά, κουνάνε το κεφάλι και προσπερνούν. Μήπως έχουν πεισθεί και αυτοί πως “στου κουφού την πόρτα…”
Ασφαλώς αυτό είναι το πρόβλημα, η αδιαφορία όχι η ανικανότητα. Να υποθέσουμε ότι δεν ξέρουν ή δε μπορούν; Όχι, βέβαια. Και δυστυχώς αδυνατούμε να κατανοήσουμε τη στάση αυτή, γιατί η αξιοποίησή τους θα λειτουργούσε με γεωμετρική πρόοδο, κυρίως, στην εκτόνωση του αισθήματος της εγκατάλειψης.
Ας γίνουν κέντρα νεότητας, πολιτιστικά κέντρα, ας δοθούν έναντι συμβολικού τιμήματος π.χ στο Σύλλογο Γυναικών, μουσειακοί χώροι πχ για το ευρήματα από τα Ροδαφνίδια . Ας επισκευαστούν και ας ενοικιαστούν. Ας ερωτηθεί η τοπική κοινότητα πρωτίστως σε κάθε επιλογή. Ας…λύσεις υπάρχουν. Διάθεση, πρόθεση;; Μάλλον όχι!!

IMG

IMG

IMG

Αρχίζουμε με το εμβληματικό κτήριο του Ν Χιωτίνη. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα προκαλεί ντροπή σε όλους μας. Εικόνα εγκατάλειψης. ‘Τι πλούτο έχετε και δεν το ξέρετε” αναφώνησε η Καθηγήτρια κα Νένα Γαλανίδου, όταν πριν λίγα χρόνια επισκεφτήκαμε μαζί με άλλους το κτήριο. Να μην προσθέσουμε και τον πολύ μεγάλο αύλειο χώρο με τα οικοδομήματά του!!
ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ Ν. ΧΙΩΤΙΝΗ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ, ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ
Στιγμιότυπο οθόνης
Καθώς ο επισκέπτης κινείται στον κεντρικό δρόμο του χωριού προς τα «ψαράδικα», συναντά ένα ακόμα ένα κτίσμα που μαγνητίζει το βλέμμα του. Το διώροφο κτήριο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ελευθερίας και Μικράς Ασίας, με θέα προς το κέντρο του χωριού, ανήκε στον συμβολαιογράφο Νικόλαο Χιωτίνη. Βρίσκεται στην περιοχή «Κάτω Γρύπα» και φέρει επιγραφή με το έτος κατασκευής «1931». Πρόκειται για ένα διώροφο κτήριο το οποίο αποτελείται από ένα ισόγειο, που χρησιμοποιήθηκε ως συμβολαιογραφείο και έναν όροφο.

Συμπληρώνεται από μια σειρά μικρότερων κτισμάτων για διάφορες χρήσεις (wc, αποθήκες κ.α.). Το έτος 1971 η σύζυγος και τα τέκνα του Ν. Χιωτίνη, Δημήτριος – Μαρία – Ευμορφία, κληρονόμησαν το ακίνητο, ενώ το έτος 2009, αγοράστηκε από το Δήμο Πολιχνίτου επί δημαρχίας Γιάννη Συκά.
Κυρίαρχο δομικό στοιχείο της όψης αποτελεί η καφεκόκκινη και ροζέ πέτρα, ο «νιμβρίτης», ηφαιστειακό πέτρωμα, το οποίο έχει μεγάλη ανθεκτικότητα. Οι ντόπιοι το λένε και «ασπρακάτη» λόγω του
ότι είναι ανοιχτόχρωμο. Όλα τα παραδοσιακά σπίτια που χτίστηκαν πριν το 1950, είναι χτισμένα από την ντόπια αυτή πέτρα, η οποία εξορυσσόταν από το χωριό και την επεξεργάζονταν οι ντόπιοι μάστοροι ή «πελεκάνοι».
Το σύστημα δόμησης είναι ισόδομο, δηλαδή σε συνεχείς ισοϋψείς στρώσεις ισομεγεθών ορθογώνιων πλίνθων ή λίθων. Η γωνιακή απότμηση εξαφανίζει την επιθετικότητα του κτηρίου και παράλληλα
προσκαλεί τον περαστικό. Η διάρθωση του χώρου γίνεται σε δύο στάθμες. Σε επίπεδο όψης υπάρχει σαφής διαχωρισμός των δυο χρήσεων, που στεγάζει, επαγγελματικής και οικιστικής. Στο ισόγειο υπάρχουν πιο λιτές γραμμές, με μεγαλύτερα ανοίγματα επί της οδού Μικράς Ασίας με εμφανή τη φέρουσα τοιχοποιΐα, τονίζοντας την είσοδο με τα μεγάλα καμπύλα σκαλοπάτια, ενώ στοτμήμα ισογείου επί της οδού Ελευθερίας υπάρχει πιο «ήσυχη» κύρια είσοδος της κατοικίας σε εσοχή με ελαφρώς καμπύλο υπέρθυρο, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα ορθογώνια παράθυρα, δίχως διακόσμηση, αλλά συνδέει την είσοδο με τις όψεις του ορόφου της κατοικίας στην οποία αποτυπώνονται καμπύλα υπέρθυρα η απόληξη των οποίων φέρει έλικες ιωνικού ρυθμού, καθώς επίσης διακοσμητικές ροζέτες κάτω από τις ποδιές των ανοιγμάτων. Η επιβλητικότητα του γωνιακού κτηρίου τονίζεται από τον εξώστη, που στεγάζει την είσοδο του ισόγειου χώρου καθώς επίσης από την καθετότητα, που ξεχωρίζει λόγω της εμφανούς τοιχοποιΐας που περιβάλλει την μοναδική μπαλκονόπορτα του ορόφου και ενοποιεί
την όψη. Αποπνέει μια λιτή αυστηρότητα.

Από τον “ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟ”, τεύχος 160, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΑΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019