POLIK POLICHNITOU

 Νίκος Σηφουνάκης

Η Λέσβος πριν σαράντα χρόνια υπήρξε η πρώτη περιοχή της χώρας μας, που το επίσημο κράτος δια της τότε Νομαρχίας, δρομολόγησε και οργάνωσε την αναστήλωση βιομηχανικών κτιρίων, Ελαιοτριβείων – Σαπωνοποιείων, και την επανάχρησή τους ως χώροι πολιτισμού.


Νέος νομάρχης δεν είχα διαμορφώσει ολοκληρωμένη άποψη για το νησί, αλλά με θάμπωσε το ιδιαίτερο φυσικό του κάλλος και ο αρχιτεκτονικός του πλούτος. Η αστική και λαϊκή αρχιτεκτονική συνυπήρχαν
αρμονικά. Η μεγάλη μετανάστευση μετά τον μεγάλο πόλεμο οδήγησε στην εγκατάλειψη, που αυξήθηκε
μετά τον εμφύλιο και αυτό είχε ως επακόλουθο να διασωθεί ο οικιστικός θησαυρός, πχ ο Δήμος Πλωμαρίου από 7.485 κατοίκους το 1940, το 1983 αριθμούσε 3.500 ήτοι σχεδόν το 60% του πληθυσμού είχε μεταναστεύσει.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, δύσκολα χρόνια, δεν υπήρχαν Ευρωπαϊκές πιστώσεις, ήταν ευκαιρία όμως ένας νέος όπως εγώ να δράσει για να διασωθεί η αρχιτεκτονική ιστορία του νησιού, αρχίζοντας με σεμινάρια.
Έτσι δρομολογήθηκαν με απόφαση νομάρχη:
• 2/1/1984 η απαγόρευση τσιμεντόστρωσης δρόμων στους οικισμούς, η επισκευή των υπαρχόντων
και η υποχρεωτική λιθόστρωσή των νέων δρόμων.
• Η υποχρεωτική κατασκευή κεραμοσκεπούς στέγης σε όλα τα κτίρια-νεοαναγειρόμενα ή επισκευαζόμενα.
Δημιουργήθηκαν αντιδράσεις, τα Κοινοτικά και Δημοτικά Συμβούλια, το Νομαρχιακό Συμβούλιο διαμαρτυρήθηκαν, αλλά και η κεντρική κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε.
Ο αείμνηστος Γ. Γεννηματάς Υπουργός Εσωτερικών ο οποίος με όρισε Νομάρχη έγινε δέκτης
καταγγελιών, και με κάλεσε στην Αθήνα λέγοντάς μου, αυτό που κάνεις είναι σωστό το κατανοώ, είναι όμως πρόωρο και πρέπει να ανακόψεις ταχύτητα και να πετύχεις πολιτική συναίνεση.
Προσπάθησα να ηρεμήσω τις αντιδράσεις αλλά ταυτόχρονα δρομολόγησα:
Την εκπόνηση μελετών διάσωσης των βιομηχανικών κτηρίων κυριότητας των Δήμων.
Με την αριθμ. 954/14-3-84 απόφασή μου προκηρύχτηκε η ανάθεση των μελετών αναστήλωσης
και επανάχρησης των ελαιοτριβείων:
• Του Δήμου Πολυχνίτου: στο γραφείο Μπαλαμπάνη
• Της κοινότητας Αγίας Παρασκευής: στο γραφείο
Ανδρόνικου Τσιγκούνη
• Της κοινότητας Μανταμάδου: στο γραφείο Ν.
Χατζηκυριάκου
Ο μεγάλος Δήμος Πλωμαρίου διαμαρτυρήθηκε διότι δεν συμπεριελήφθη στον προγραμματισμό αλλά δεν διέθετε ιδιόκτητο βιομηχανικό κτίριο.Ζήτησα από τον αείμνηστο Δήμαρχο Χρύσανθο Γαλέτσα να
ερευνήσει αν πωλείται κάποιο παλιό εργοστάσιο. Σε λίγες μέρες με ενημέρωσε ότι πωλείται το
Ιστορικό Σαπωνοποιείο Ιωάννη Πούλια στο κέντρο του Πλωμαρίου.
Το επισκεφτήκαμε μαζί, ήταν πράγματι ένα εκπληκτικό συγκρότημα – σαπωνοποιείο. Χρηματοδότησα την αγορά του και εκπονήθηκε και για αυτό μελέτη με τη συνδρομή των συνεργατών μου, αρχιτεκτόνων Στρατή Φραντζέσκου, Βίκυς Κουσκουδή, Α. Αναγνωστοπουλου, και τον πολιτικό μηχανικό Π. Πιττό.
Οι μελέτες ολοκληρώθηκαν το 1985 και δημοπρατήθηκαν τα έργα στα τέσσερα βιομηχανικά συγκροτήματα και συγκεκριμένα:
• Ελαιοτριβείο Πολυχνίτου: προϋπολογισμός έργου 34 εκ. δρχ
• Ελαιοτριβείο Αγίας Παρασκευής: προϋπολογισμός έργου 45 εκ. δρχ
• Ελαιοτριβείο Μανταμάδου: προϋπολογισμός έργου 34 εκ. δρχ
• Σαπωνοποιείο Πλωμαρίου: προϋπολογισμός έργου 45 εκ. δρχ.Γενικό σύνολο 158 εκ. δρχ
Μέσα από διάλογο σε αγαστή συνεργασία με την αυτοδιοίκηση με επιτόπου επισκέψεις μου ενημέρωσα τα Κοινοτικά και Δημοτικά Συμβούλια, αλλά και τους κατοίκους.Αφιερώσαμε πολλές συνεδριάσεις στο Νομαρχιακό Συμβούλιο προκειμένου να γίνει κατανοητό το εγχείρημα.
Όταν άρχισαν τα έργα στα παραπάνω Βιομηχανικά Συγκροτήματα της Λέσβου οργανώναμε επίσης
ενημερωτικές επισκέψεις με εκπροσώπους τοπικών φορέων, του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, του Τ.Ε.Ε,
της ΤΕΔΚ Λέσβου, κ.α.
Όταν ολοκληρώθηκαν τα έργα και αφού τα εγκαινιάσαμε με ωραίες εκδηλώσεις έγινε γνωστό
σε όλη τη χώρα το πρωτοποριακό εγχείρημα της ανάδειξης της αξίας της βιομηχανικής κληρονομιάς
της Λέσβου. Το νησί κατέστη σημείο πολιτιστικής αναφοράς. Λαογραφικό Μουσείο Βατούσας
Το μοναδικής αρχιτεκτονικής αξίας κτίσμα της Βατούσας, που δεσπόζει από όποια πλευρά κι αν
βλέπει κανείς το χωριό, κτίστηκε το 1865 από τον ιατρό Γεώργιο Γώγο, η οικογένεια του οποίου καταγόταν από την ιστορική και άλλοτε ακμάζουσα επί τουρκοκρατίας πόλη της Βορείου Ηπείρου Μοσχόπολη.
Ο Γεώργιος Γώγος απόφοιτος της αυτοκρατορικής Ιατρικής Σχολής της Βιέννης, αφού διέπρεψε ως ιατρός στην Αυστρία κατά την παράδοση χρημάτισε ιατρός και στη Σουλτανική Αυλή.
Εγκαταστάθηκε στη Βατούσα στα μέσα του 19ου αιώνα και παντρεύτηκε τη Βικτωρία Λουλουδοπούλου, θυγατέρα του Αντ. Λουλουδόπουλου, εξ Αγχιάλου σημαντικού πολιτικού παράγοντα και δημογέροντα της Βατούσας, οποίος πρωταγωνίστησε στην οικοδόμηση του κεντρικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Στη Βατούσα ο Γ. Γώγος πέραν της ενασχόλησής του με τα λειτούργημά του, ασχολήθηκε και με τα
κοινά της κωμόπολης και υπήρξε καθοριστικής σημασίας η συμβολή του στην εκπαιδευτική και εν γένει
πνευματική ανάπτυξη της Βατούσας.
Το Αρχοντικό του Γώγου κτίστηκε με τις προδιαγραφές της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής με την
οποία κτίστηκαν τα μοναδικά αρχοντόσπιτα της Μυτιλήνης και μερικών χωριών του νησιού. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1890 από το Γεώργιο Γώγο με σκοπό να δοθεί ως προίκα στην κόρη του Ανδρομάχη, η οποία είχε γεννηθεί το 1879.H Ανδρομάχη Γώγου παντρεύτηκε τον ευπατρίδη Αχιλλέα Κ. Καλλιγέρη, από την Σκαμιά. Έζησαν στο αρχοντικό τους στην Βατούσα έως το 1906. Εκεί, στην Βατούσα γεννήθηκαν τα τρία (από τα συνολικά 4) παιδιά τους. Το 1907 μετακόμισαν στο νέο αρχοντικό τους στην Σκαμιά. Στη συνέχεια το αρχοντικό κατοικήθηκε από τον αδελφό της ιατρό Αντώνιο Γώγο και τη σύζυγό του Ελένη και τη μητέρα τους Βικτωρία ως το 1922, έτος που πέθανε ο Αντώνιος Γώγος. Μετά νοικιάστηκε και κατοικήθηκε περιστασιακά από κάποιες οικογένειες και μετά στεγάστηκαν εκεί
Ιατρείο, ο Σταθμός Χωροφυλακής της Βατούσας και κρατητήριο κατά τη δύσκολη εποχή του Εμφυλίου. Οι παλιοί μάλιστα έλεγαν ότι στο ισόγειό του στέγαζαν ακόμα και υποζύγια.
Το αρχοντικό μεταπολεμικά ακατοίκητο φθειρόταν καθημερινά, και η απειλή κατάρρευσής του έθετε σε κίνδυνο τις παρακείμενες κατοικίες με τους ενοίκους τους. Στο Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού
έντονος υπήρξε ο προβληματισμός και κάποιοι σύμβουλοι πρότειναν επιμόνως το κτίσμα να κατεδαφισθεί, αγνοώντας την ιστορική του σημασία και την αρχιτεκτονική του αξία. Και τούτο διότι τα περιορισμένα έσοδα της Κοινότητας δεν επέτρεπαν δαπάνες αναπαλαίωσης και συντήρησης του κτίσματος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το αρχοντικό περιήλθε στην Κοινότητα Βατούσας με πρωτοβουλία της Κοινοτικής Αρχής διά του τότε κοινοτάρχη αείμνηστου Γεωργίου Μολυβιάτη, ο οποίος έχοντας επίγνωση της αξίας του Αρχοντικού όχι μόνο αντιδρούσε σε κάθε σκέψη γκρεμίσματος του αλλά μετέβη στη Συκαμνιά προκειμένου να συναντήσει την ιδιοκτήτρια κ. Ανδρομάχη Καλλιγέρη, στην οποία, όπως αναφέραμε, είχε περιέλθει ως προίκα, και να την παρακαλέσει για την παραχώρηση του Αρχοντικού στην Κοινότητα Βατούσας. Η γηραιά κόρη του Γ. Γώγου πρόθυμα προχώρησε στη δωρεά. Στη συνέχεια η κοινότητα διστάζουσα αρχικά και τελικά μη δυνάμενη να διαθέσει το απαραίτητο για τη δαπάνη ποσό για τις εργασίες συντήρησης και γενικά αναπαλαίωσης του κτίσματος το άφησε για πολλά χρόνια στην τύχη του. Και όχι μόνο, κάποιοι ιθύνοντες της κοινότητας πρότειναν και πάλι να κατεδαφισθεί. Μέχρι που από τις αρχές της δεκαετίας του 70 άρχισε κάτι να κινείται και αυτό χάρη στο ενδιαφέρον,ως εκ του επαγγέλματός του και της αγάπης του για τη γενέτειρα, του αρχιτέκτονα μηχανικού κ. Αίαντα Βαζιργιαντζίκη, ανώτερου υπαλλήλου του Υπουργείου Πολιτισμού που φιλοδοξούσε να προσφέρει κάτι στο χωριό του. Και οι πρώτες κρούσεις του έγιναν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 προς τις κοινοτικές αρχές του χωριού συνάντησαν όμως το δισταγμό έως και τον αρνητισμό των ιθυνόντων.
Το ζήτημα της προστασίας και αναστήλωσης του Αρχοντικού έμεινε στάσιμο ως τη μεταπολίτευση για
να πάρει το δρόμο του προς την αίσια έκβασή χάρη στο αδιάπτωτο ενδιαφέρον του κ. Βαζιργιαντζίκη τον οποίο μάλιστα επισκέφτηκε στο γραφείο του ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος της Κοινότητας αείμνηστος Γιώργος Νικολαΐδης για να του ζητήσει να προωθήσει το ζήτημα του Αρχοντικού. Ο κ. Αίας πήρε από τον αρμόδιο διευθυντή του την έγκριση έναρξης των εργασιών προστασίας και αναστήλωσης του
έργου με την υπογραφή του τότε Υπουργού Πολιτισμού Λέσβιου αείμνηστου Δημητρίου Νιάνια και άρχισαν οι εργασίες με επιβλέποντα μηχανικό και τον εμπειροτέχνη μάστορα Κ. Βύρωνα Μιχαλακέλλη μεπρόταση του κ. Βαζιργιαντζίκη

Από κει και πέρα το έργο ανέλαβαν να φέρουν εις
πέρας ο τότε Νομάρχης Λέσβου κ. Νίκος Σηφουνάκης με γενναίες χρηματοδοτήσεις και ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας αείμνηστος Παύλος Καμβυσέλλης που και ως εκ της θέσεώς του επέβλεπε προσωπικά την πορεία των εργασιών. Σε ό,τι αφορούσε το τεχνικό μέρος της αναστήλωσης, αποκατάστασης και διαρρύθμισης των εσωτερικών χώρων του έγινε με προσεκτικά βήματα και βάσει σχεδίου, το οποίο επέβλεπε προσωπικά και ο κ. Σηφουνάκης ως αρχιτέκτονας και υλοποιούταν μεσυνεργεία με επικεφαλής  και πάλι τον κ. Βύρωνα Μιχαλακέλλη. Τελικά χάρη και στην αγαστή συνεργασία των
συλλόγων, οι οποίοι συνέβαλαν οικονομικά στην επίπλωσή του κτιρίου και στον εμπλουτισμό του με εκθετικό υλικό και με την αμέριστη συμπαράσταση του προέδρου της Κοινότητας Παύλου Καμβυσέλλη, το κτίριο παραδόθηκε σε χρήση ως το Πνευματικό Κέντρο της Βατούσας (Εγκαίνια 6-8- 89). Εκεί μεταφέρθηκαν οι ιστορικές βιβλιοθήκες του Δημοτικού Σχολείου Βατούσας με σπάνιες εκδόσεις και ιδρύθηκε δανειστική βιβλιοθήκη. Στο υπόγειο του κτιρίου στεγάζεται Μουσείο παραδοσιακής οικιακής και αγροτικής οικοσκευής, στο ισόγειο οι ιστορικές βιβλιοθήκες, χώρος υποδοχής και η δανειστική βιβλιοθήκη. Στον πρώτο όροφο εκτίθενται παλιές αστικές ενδυμασίες, ενώ σε άλλο δωμάτιο του ιδίου ορόφου λειτουργεί Έκθεση μαυρόασπρης φωτογραφίας στην οποία απεικονίζεται η ζωή του χωριού και του απόδημου στοιχείου του κατά τον 19ο και 20ό αιώνα.

εφημερίδα Σκαμιά-ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026