Γράφει ο Τάσος Μακρής
Στο μακρόχρονο πολιτικό διάνυσμά του το ανθρώπινο είδος πέρασε από πάμπολλα στάδια, σχεδόν πάντα δομημένα πάνω σε ένα βασικό στόχο: Ο πιο έξυπνος και ο πιο δυνατός να επιβάλλεται στον αδύναμο και να τον κάνει υποχείριό του, για να βελτιώνεται η δική του διαβίωση σε βάρος των συντρόφων του. Έτσι, ξεκίνησαν οι πρώτες οχυρώσεις σε λόφους (τα πόλια) με τους ιερείς- βασιλιάδες και οι πρώτες πολιτικές δομές από τις οποίες προήλθαν οι πόλεις, τα πολιτικά συστήματα και οι πολιτισμοί. Η εξέλιξη των πολιτικών συστημάτων δεν ακολούθησε ευθύγραμμη πορεία αλλά πήρε δρόμους διαφορετικούς στους χώρους και στις χώρες της Γης μέσα στο χρόνο της εξέλιξης. Σε μία συνισταμένη, όμως, θα λέγαμε πως από τον πρωτογονισμό κάποτε έφτασε στο πιο ραφιναρισμένο επίπεδο, το πολίτευμα της Δημοκρατίας, το οποίο, για να ασκηθεί, πρέπει να ρωτιούνται όλοι οι πολίτες, οι οποίοι θα πουν τη γνώμη τους με τη μέθοδο της κάλπης.
Όλοι ξέρουμε το κουτί στο οποίο κατά διαστήματα καλούμαστε να ρίξουμε την ψήφο μας, το φάκελο με την μυστική γνώμη μας. Αυτό το κουτί ονομάσαμε “κάλπη” και ψάχνοντας βρήκαμε και στα αρχαία ελληνικά “κάλπις” λεγόταν το δοχείο και ότι η λέξη είναι αγνώστου και αβεβαίου ετύμου. Οι λόγιοί μας την ήξεραν και την επέβαλαν και εμείς, που μας άρεσε η διαδικασία, ψηφίζουμε δίχως να πολυρωτάμε για την καταγωγή της λέξης. Μας φτάνει που λέμε τη γνώμη μας. δίχως να δίνουμε λογαριασμό σε κανένα. Είναι θαυμαστό, είναι πολιτισμένο!
Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα των πολιτισμένων αλλά φαίνεται πως ακόμα χρειάζεται κάποιο συμπλήρωμα πολιτισμού, για να είναι περιττή η μυστικότητα της ψήφου. Μέχρι τότε όμως πρέπει να έχουμε την κάλπη και να την προσέχουμε πολύ, για να είμαστε σίγουροι πως αποφεύχτηκε η ελλοχεύουσα “καλπονοθεία”.
Η σύνθετη λέξη με υλικά από τη λέξη ‘κάλπη’ και το ρήμα ‘νοθεύω’ μας κάνει να ψαχνόμαστε, αν ζούμε στην εποχή Δημοκρατίας ή ακόμα στους χρόνους πρωτογονισμού, που οι ιερείς- βασιλιάδες ερμήνευαν τα σπλάχνα των θυμάτων στους βωμούς “των πολίων” και με αυτές τις ερμηνείες έδιναν τις εντολές των θεών στους υπηκόους τους! Έχει διαφορά, αν η γνώμη του δήθεν ελεύθερου πολίτη κλαπεί με την κάλπη, από εκείνη ,που θα κλαπεί με τη μεσολάβηση των σπλάχνων του θύματος; Κλοπή και κλοπή ίδιος πρωτογονισμός. Κάλπικες δουλειές, δηλαδή.
Αλλά όχι. Το επίθετο “κάλπικος” να μην του αδικούμε, δεν έχει σχέση με την κάλπη. Προέρχεται από μία άλλη ομόηχη λέξη, η οποία είναι τούρκικη και υιοθετήθηκε από τους νεοέλληνες, γιατί είδαν πως εξυπηρετεί θαυμάσια την ψυχοσύνθεση και την νεοελληνική κουλτούρα τους. Η λέξη στην τουρκική γλώσσα είναι “calp” και σημαίνει τον αναξιόπιστο, τον αφερέγγυο, το να απατεώνα, τον κατεργάρη, τον τύπο που καλά θα κάνουμε να τον αποφεύγουμε. Αλλά εμείς τον δεχτήκαμε, τον βάλαμε ελληνική κατάληξη και τον κάναμε “κάλπη”, για να τον βάλουμε στη δούλεψη της νεοελληνικής, σχηματίζοντας και αρκετά εκφραστικά παράγωγα.
Ένας απλός αναξιόπιστος είναι ένας” κάλπης”. Όταν, όμως, ένας άλλος έχει αυτή την ιδιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτός πρέπει να λέγεται ” κάλπαρος”. Ένας άντρας είναι “κάλπης” και μία γυναίκα δικαιωματικά θα λέγεται “καλπίνα”. Οι τύποι, που έχουν εσωτερικό κόσμο- ψυχή απατεώνα, με την ελληνική μέθοδο της σύνθεσης έφτιαξαν τον “καλπαζάν”, αφού η ψυχή στο τούρκικα είναι can (ζαν)”. Με τούρκικα υλικά ελληνικό προϊόν!
Τα παραπάνω είναι γνωστά στο πανελλήνιο. Η νεοελληνική ντοπιολαλιά μας εκτός από αυτά, όμως, έκανε και τα δικά της. Σκέφτηκε πως ένας απατεώνας δεν γίνεται να μην είναι και ψεύτης, ακόμα και κλέφτης. Αλλά με όλες αυτές τις ιδιότητες δεν θα έχει και λόγο και να εργάζεται, θα είναι άπραγος, τεμπέλης. Έτσι, λοιπόν, ένα πειραγμένο καντάρι (ζυγός), που ζυγιάζει λειψά, κλέβει δηλαδή, μπορεί να λέγεται “καλπουκάνταρου”. Και αυτός ο τιμητικός τίτλος μεταφέρεται και στους αναξιόπιστους, στους αφερέγγυους ανθρώπους.
Με όλα αυτά η τουρκική λέξη στα ελληνικά χέρια φορτώνεται με δύο κλάδους νοημάτων, με αυτόν της ευτέλειας και τον άλλον της τεμπελιάς. Για να αποδοθούν πλήρως τα νοήματα του δεύτερου κλάδου και να λειτουργούν επικριτικά, όπως ένιωθαν την τεμπελιά οι πρόγονοί μας, χρειάστηκαν και ευρηματικά παράγωγα, που είναι αρκετά: Καταρχάς ο κάλπης ήταν ο τεμπέλης, ο οποίος ήταν τόσο απαράδεκτος, που ο αναξιόπιστος ωχριούσε μπροστά του. Οι πρόγονοί μας την τεμπελιά δεν την ανέχονταν, γι αυτό έφτιαξαν την καθόλου εύηχη λέξη την “καλπιά”, για να γίνεται άμεσα φανερή η απευθείας σ’ αυτήν. Οι τεμπέληδες (και αυτοί της τούρκικης γλώσσας) είχαν διαβαθμίσεις και έπρεπε οι κατέχονται σε μεγάλο βαθμό την ιδιότητα να επισημαίνονται. Έτσι με τη βοήθεια μεγεθυντικού (αριά) φτιάχτηκε η “καλπουριά”, για να χαρακτηρίζονται οι μεγάλοι απατεώνες αλλά και οι τεμπέληδες που βαριούνται και να ζουν ακόμα:”…είνι μια καλπουριά”. Φυσικά δεν θα έλειπε και το ρήμα” καλπιάζου”, που σήμαινε τεμπελιάζω και επειδή όλοι οι “κάλπδις” τεμπέλιαζαν στα καφενεία, οι τόποι αυτοί, για να εκφράσουν το κλίμα της τότε τούρκικης ραστώνης χρειάστηκαν την κατάλληλη λέξη. H σύνθεση των ‘tebel” και του “can” μας έδωσε το ευτράπελο “τεμπελχανείο” (πανδοχείο τεμπέληδων) και τους γραφικούς του θαμώνες, τους “τεμπελχανάδες”.
Όταν η γλώσσα έχει κέφια, κάνει καταλυτικό χιούμορ, για να μας παρουσιάζει κατά ιστορικές περιόδους το κοινωνικό γίγνεσθαι της ανθρώπινης ύπαρξης και κατ’ αυτόν τον τρόπο να γίνονται οι λέξεις ιστορικά ντοκουμέντα.
Βρέθηκε ο ελληνισμός κάτω από το πέλμα του ενός κατακτητή ,ο οποίος κουβαλούσε όλες τις παθογένειες της ράτσας του, πολεμιστές(δραστηριότητα από την οποία ζούσαν) αλλά όχι εργάτες. Η τεμπελιά ακολουθούσε τον πόλεμο και η αρπαγή ήταν γνώριμη, παραδοσιακή νομοτέλεια. Η ταύτιση λοιπόν της αφερεγγυότητας και της τεμπελιάς ήταν φυσική και λογική εξέλιξη. Ήταν ο λόγος, που γρήγορα και αβίαστα η λέξη calp όχι μόνο υιοθετήθηκε αλλά εμπλουτίστηκε νοηματικά και συμπληρώθηκε με πολλά παράγωγα. Η ελληνική γλώσσα έχει αρκετές λέξεις (οκνός, ακαμάτης, φυγόπονος, χασομέρης, αργόσχολος), να εκφράσει την τεμπελιά αλλά τις άφησε στην άκρη, γιατί βρέθηκε μπροστά σε αλλότριο φαινόμενο με ξεχωριστά χαρακτηριστικά και χρειαζόταν ειδικές λέξεις, για να αποδοθούν οι λεπτές διαφορές. Ο “κάλπης” ήταν μία μείξη πονηριάς, αναξιοπιστίας και τεμπελιάς και τέτοιος όρος δεν υπήρχε στην ελληνική.
Και ενώ η δύστυχη κάλπη πιστεύει ότι δουλεύει για την προστασία της Δημοκρατίας, αφού στήνεται για να την προστατεύσει από τους κάλπηδες, εξαιτίας της λεκτικής ομοηχίας όλοι διατηρούμε κάποιες επιφυλάξεις. Δικαιολογημένα, γιατί ιστορικά είναι βεβαιωμένο πως υπήρξαν στα… πλαίσιο Δημοκρατίας και κάποιες “κάλπικες κάλπες”!
