Εισαγωγικό σημείωμα
Πέτρος Καναρίδης
Ο ιστότοπός μας το ‘’Πανόραμα Πολιχνίτου’’ τιμά τα γεγονότα εκείνης της νύχτας των Σεπτεμβριανών 1955 με ένα κείμενο ξεχωριστό του Κωνσταντινουπολίτη και Προέδρου Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου κ. Νίκου Κόλμαν, πολυγράφου συγγραφέα και ποιητή, .
Αναφερόμενος ο κ. Κόλμαν με συντομία και περιεκτικότητα, με αμεσότητα και ευθυβολία σε δύο συμβάντα δείχνει και ανοίγει στον αναγνώστη την μεγάλη εικόνα εκείνης της ζοφερής νύχτας που έζησε η Ρωμιοσύνη, ο Ελληνισμός της Κωνσταντινουπόλεως στο πλαίσιο πολιτικής διώξεων που διοργάνωνε τότε το Κράτος της εξ ανατολών γείτονος Χώρας.

Ευχαριστούμε τον κ. Νίκο Κόλμαν και το υπό την επιμέλεια της Φιλολόγου Διδάκτορος Φιλοσοφίας κας Ξανθοπούλου Αιμιλίας περιοδικό ‘’ΕπτάΛογος’’ που μάς επέτρεψαν την αναδημοσίευση του εν λόγω κειμένου.
Να επισημάνουμε ότι ο ‘’ΕπτάΛογος’’ είναι Περιοδικό Επιστήμης-Λόγου-Τέχνης προβολής της διαχρονικής πνευματικής παράδοσης της Κωνσταντινούπολης ανά τούς αιώνες που εκδίδεται από την ‘’ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΩΝ’’.
Η μεταμόρφωση της ματμαζέλ Χουτού ,το Μελισσάκι .
Υποκλινόμενος στις 12 βιασμένες δεσποινίδες
τη νύχτα των σεπτεμβριανών.
Του Νίκου Θ. Κόλμαν
Ο Kαππαδόκης Μιχάλης την έφερε με ειδική παραγγελία από την Γαλλία. Ήταν δώρο έκπληξη στην κόρη του Αγγελική που της είχε αδυναμία. Το μικρό κιρτασιγετζίδικοα επί του Savas sokakβ στο Kurtulus ( έτσι έπρεπε να αποκαλούν τα Ταταύλα για να μην ενοχλούνται οι περίοικοι…) αποκτούσε μια επιπλέον εμπορική δραστηριότητα: Το μαντάρισμα τρύπιων καλτσών !. .Ο εισπράκτορας της κοινότητας Μιχάλης κατάφερε να ορθοποδήσει για δεύτερη φορά εγκαινιάζοντας το μαγαζί το ‘51 μετά την οικονομική καταστροφή του με το βαρλίκιγ το ‘42. Το δούλευε η Αγγελική.
Την ημέρα που ο χαμάλης Ali Ihsan μετέφερε την «Hurtu L’abeille1» από τη βαπορόσκαλα του Karakoy, όπου είχε δέσει το καράβι από τη Marseille , στο μαγαζί τους έγινε παντζουρλισμός. Την χαρά του νέου αποκτήματος μοιράστηκαν εκτός από την οικογένεια Μπογιατζόγλου και τους φίλους τους κι όλοι οι περίεργοι της γειτονιάς. Αρμένιοι, Τούρκοι, Ρωμιοί. «Νε μπου τζανιμ?δ». Για να μην την ματιάσουνε ο Μιχάλης αμέσως κρέμασε στο λαιμό της μια χάντρα να! Στη χαρά της γιορτής συμμετείχε και ο Ali Ihsan, άλλωστε γνώριζε την οικογένεια από την αρχή που εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά. Κάποτε είχε εκδηλώσει την συμπάθεια του στην Αγγελική κι όταν εκείνη του είπε biz kardesiz bre Aliε έκανε ένα μήνα να της μιλήσει.
Περάσανε εννιά μήνες ευδαιμονίας μια και οι δουλειές πηγαίνανε μια χαρά και οι πελάτες όλο και αυξανόντουσαν . Μπερεκέτια. Ο ενθουσιασμός του Μιχάλη επέβαλε σε όλους και στην κόρη του να αναφέρονται στην μηχανή ως ματμαζέλ Χουτού ( το r δεν το πρόφερε όμως ταίριαζε αφενός με τη
γαλλική καταγωγή της αφετέρου με την φινέτσα της!). Κάποιοι προτιμούσανε να την αποκαλούν Μελισσάκι ,χωρίς να γνωρίζουν γαλλικά ( L’abeille).
Κανένας δεν φανταζότανε ότι αυτούς τους εννιά μήνες ελλόχευαν δεινά που την εγκυμοσύνη τους έκρυβε ύπουλα η απατηλή νηνεμία και οι χαρμόσυνοι ήχοι της Μέλισσας!.
Έτσι ξαφνικά (όπως εξέλαβαν οι ρωμιοί το σχεδιασμένο από καιρό προγκρόμ, το απόγευμα της Τρίτης της 6ης Σεπτεμβρίου του 1955 ,τρελάθηκαν στην σκέψη μιας πιθανής νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου.. . Οι φασαρίες αφύπνισαν και την mademoiselle Hurtu , το Μελισσάκι , απ’ τη νιρβάνα του επαναλαμβανόμενου ρυθμικού γουργουρίσματος του ντελικάτου σώματος της. . Μέχρι εκείνη την αποφράδα νύχτα είχε γνωρίσει μόνο χαμογελαστούς ικανοποιημένους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί.
Ο τρόμος και ο φόβος που αίφνης ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των Μπογιατζόγλου την αναστάτωσαν . Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει την απρόσμενη μετάλλαξή της βλέπει στο τζάμι της βιτρίνας με τα μεγάλα γράμματα «ANGEL» σε τοξωτή διάταξη ,πρόσωπα αγριεμένα να κραυγάζουν ακατανόητα συνθήματα. « Gavurlara olum…Kibris Turktur…»στ’2. Ένας κρατούσε ένα καδρόνι από την διπλανή οικοδομή. Το επόμενο δευτερόλεπτο η στολισμένη με φροντίδα βιτρίνα πλημμυρίζει σπασμένα γυαλιά. Πλήθη αλαφιασμένα εισέρχονται μέσα στο μικρό μαγαζί. Ουρλιάζουν και κάνουν γιάγμα ό,τι βρίσκουν μπροστά τους .
Το Μελισσάκι , μηχανή μεν τρομοκρατημένη δε. Σουρεαλιστικό μεν αληθινό δε!.
Οι δικοί μου κρυμμένοι στο πάνω μέρος του σπιτιού τρέμουν .Ο Μιχάλης επιβάλλει ησυχία.. Κρύβει τον μικρό Ερμή στη ντουλάπα. «Εσύ τσιμουδιά ό,τι και να συμβεί».
Εμένα με αρπάζουν βίαια από το λαιμό. Με δένουν μ΄ ένα σχοινί και με βγάζουν έξω στην οδό Πολέμου. Με σέρνουν στην κατηφόρα. Μια μηχανή δεν πονάει, όμως εγώ, η ματμαζέλ Χουτού, το Μελισσάκι, ενσωματώνω τους κραδασμούς της ψυχής των τρομαγμένων ρωμιών, στους δικούς μου κραδασμούς. Νιώθω την αδικία και την απανθρωπιά. Με κυριεύουν ανθρώπινα συναισθήματα . Βιώνω τα μίση και τα πάθη του κουντουρντισμένου πλήθους. Λεηλατούν , φωνασκούν, καταστρέφουν …και το χειρότερο απολαμβάνουν τα καμώματά τους.
Καθώς περνάμε μπροστά από τον Άι Δημήτρη φλόγες σκεπάζουν τον τρούλο και το καμπαναριό. Η δεσποινίς Ελένη πάνω στα κεραμίδια του διώροφου σπιτιού της. Θα γλυτώσει άραγε; Η Θεοδοσία κρατάει την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής και στέκεται στο μπαλκόνι με βλέμμα καρφωμένο στο κόκκινο ουρανό προσεύχεται :« σώσον Κύριε τον λαόν σου …». Ως εκ θαύματος ξεφεύγει της προσοχής των γρηγορούντων τσαπουλτζίδων . Η Αννούσκα έγκυος στο πρώτο της παιδί βράζει λάδι στη φωτιά, για να αποτρέψει το πλήθους σε περίπτωση εισόδου στο σπίτι της, αν η αμπάρα δεν κρατήσει τους εισβολείς. Ο υδραυλικός Θόδωρος κρατά στο ένα χέρι τη τανάλια και στο άλλο τον Χριστό …σαν βγαλμένος από ζωγραφιά του Θεόφιλου φαντάζεται μια ηρωική πτώση …
Η αόμματη Δέσποινα ψέλνει στο εικονοστάσι της μικρής κουζίνας της μπροστά στον αποκεφαλισμένο Άι Γιάννη … « Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς…»

στ’. Gavurlara olum…Kibris Turktur… : θάνατος στους Γκιαούρηδες… η Κύπρος είναι Τουρκική
Ο γείτονας, οικογενειάρχης αξιωματικός Ibrahim, βγαίνει με τη στολή του στην ταράτσα του διπλανού σπιτιού κραδαίνοντας την τουρκική σημαία και διώχνει τους υποψήφιους εισβολείς στα ελληνικά σπίτια της γειτονιάς. Είχαν σημαδευτεί με την χαρακτηριστική αφίσα του σχεδίου των μηχανογράφων της επίθεσης . «Defolun burdan gavur yok hepsi bizim3…»ζ. Ο Ibrahim στη συνέχεια πλησίασε τον γείτονά του Ευάγγελο που έτρεμε από την ταραχή και του ζήτησε να του εμπιστευτεί την δεκαεξάχρονη κόρη του Ελπίδα, για να του την φυλάξει για παν ενδεχόμενο στο σπίτι του.
Το Μελισσάκι μεταμορφωμένο πλέον μέσα στην κόλαση της αδιανόητης νύχτας των κρυστάλλων ουρλιάζει μηχανικά καθώς σέρνεται ανάμεσα σε σπασμένα έπιπλα, μπουζιέρες, κρύσταλλα , ποικίλες συσκευές, ξεσχισμένα υφάσματα, συλημένους τάφους και καμένα εικονίσματα . Κουτρουβαλώντας το Dolapdere yokusuη ταυτίζεται με όλα τα κομμάτια και τα θρύψαλα που γέννησε η νύχτα του φανατισμένου όχλου. Γίνεται ένα με κάθε πτυχή του μεγάλου κακού .
Ακριβώς εκείνη τι στιγμή που βρίσκεται μπροστά στην Ευαγγελίστρια δέχεται το οριστικό και αμετάκλητο πλήγμα και διαλύεται σε αμέτρητα κομμάτια.
Εκείνος στου οποίου τα χέρια κατέληξε συρόμενη στα καλντερίμια και σοκάκια από το μαγαζί μέχρι τους πρόποδες των Ταταούλων δεν ήταν άλλος από τον Ali Ihsan.
Την αποφράδα εκείνη νύχτα το Μελισσάκι λέγεται ότι κομματιάστηκε ταυτόχρονα με την ψυχούλα της Ελπίδας που βιάστηκε επανειλημμένα από τον «φύλακά» της τούρκο αξιωματικό Ibrahim.
Η Ελπίς και το Μελισσάκι συν αριθμήθηκαν ανάμεσα στους νεκρούς και στους ψυχοσωματικά τραυματισμένους των Γεγονότων…

ζ. Defolun burdan gavur yok hepsi bizim3…(Αι στο διάολο από δω, εδώ δεν κατοικούν Γκιαούρηδες όλοι είναι δικοί μας) η.
Dolapdere yokusu: την κατηφόρα του Ντολάπντερε
