sirmagia=

Έργο του Πολιχνιάτη εκπαιδευτικού κια ζωγράφου Κώστα Καλαθά

Στρατής Π. Πάντας

Σ’ έναν μαχαλά του Πολιχνίτου, στο «μακρύ σοκάκι», είχε το καφενείο του ο Γιώργος,

Η σχολαστική καθαριότητα και η καθημερινή, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, απασχόλησή του με τις δουλειές του, ικανοποιούσαν ακόμα και τις πιο παράξενες απαιτήσεις κάποιων θαμώνων του μαγαζιού του.

Τον καφέ τον αγόραζε ωμό απ’ τη χώρα (Μυτιλήνη), τον καβούρντιζε ο ίδιος σε ειδικό καβουρντιστήρι. Τον κοπανούσε μέσα στο «τουμπέκι», που ήταν μια πέτρινη λαξευμένη γούρνα, με ένα σιδερένιο λοστάρι. Τον κοσκίνιζε, για να πάρει την «άχνη» του. Και μ’ αυτήν την άχνη καφέ έβραζε απίθανους καφέδες, από σκέτους μέχρι και γλυκύβραστούς.

Απ’ τη χώρα έπαιρνε σε τενεκέδες και το ρακί και το σερβίριζε με νόστιμους καθημερινούς μεζέδες. Κονιάκ σε βαρέλια και κρασί ντόπιο, γέννημα των που λιχνιάτικων αμπελιών, υπήρχαν στο μαγαζί, πάντα σε επάρκεια.

Ήπιος χαρακτήρας. Προικισμένος με ανεξάντλητη υπομονή. Ποτέ δεν τον είδαν νευριασμένο. Το δόγμα που κυκλοφορεί στην αγορά ότι «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» δεν το ήξερε, όμως το εφάρμοζε «εξ ενστίκτου». Δεν χαλούσε ποτέ καρδιά ανθρώπου, ενώ αντίθετα έκανε τα πάντα και μεσολαβούσε για να διευθετήσει προσωπικές διαφορές των πελατών του. Στόχος του ήταν να υπάρχει ευφροσύνη, σύμπνοια, έστω και ανοχή, αν όχι αγάπη, μεταξύ αυτών που μαζευόντουσαν στο μαγαζί του. Με λίγα λόγια, είχε δημιουργήσει ένα ιδα νικό στέκι όπου μαζεύονταν καφενόβιοι, αλλά και άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, που το καφενείο αποτελεί το εντευκτήριό τους, για να συναντηθούν για οποιαδήποτε συναλλαγή ή τακτοποίηση υπόθεσής τους.

Όλα καλά οργανωμένα λοιπόν και μαζί με τα πιοτά μπόλικος καλομαγειρεμένος και νόστιμος μεζές, καμωμένος με ντόπια αγνά υλικά, που παρήγαγαν απλόχερα και η στεριά και η θάλασσα του Πολιχνίτου.

Το μόνο που δεν άρεσε στους θαμώνες ήταν ότι, απ’ ό,τι έπρεπε να εισπράξει, δεν χαριζόταν ούτε μια τρύπια δεκάρα. Ο Γιώργος, μάλιστα, τα ονόματα των κακοπληρωτών, με ανάλυση του χρέους τους, τα ανέγραφε πάνω στο μάρμαρο του τεζακιού (πάγιο κόλπο των καφετζήδων), για να μην μπορούν να ξεκόψουν, μιας και δεν ήταν τότε σε εφαρμογή ο νόμος των «προσωπικών δεδομένων».

Όμως, ο επιτυχημένος αυτός καφετζής δεν ήταν ποτέ του ευτυχής, γιατί ήταν σπανός. Δεν ήταν σωστός άντρας. Εκτός απ’ τα γένια του έλειπαν και άλλα ανθρώπινα εξαρτήματα.

Κάποιοι απ’ τους πελάτες του τον στεναχωρούσαν τακτικά. Σπανουμαρίγια του ανέβαζαν, σπανουμαρίγια τον κατέβαζαν. Σεκλετιζόταν ο Γιώργος, αλλά την «ανάγκη φιλοτιμία έκανε», για να βγάζει το μεροδούλι του. Μάλιστα, ένας πελάτης κακόψυχος, καθημερινά και χωρίς αιτία, τον στεναχωρούσε. Για να κάνει τους άλλους να γελάνε έλεγε αισχρά ανέκδοτα και κατέληγε πάντα «του Πουργέλ ἐν ἐχ’…». Λέγεται ότι, μια φορά, εμφανώς χολοσκασμένος ο σπανός, και με δάκρυα στα μάτια, του είπε «Να καν’σ ένα γιο, ρε, σα νι μένα, να τον βλέπ’ς όσου ζεις, για να δεις ντ’ γλύκα». Και ω του θαύματος! Ναι, απέκτησε ένα γιο, ολόιδιο με το «Γιουργέλ’».

Στον Πολιχνίτο, τα χρόνια εκείνα, ζούσε και η Γιασεμή. Μια βρακού σαρα-νταπεντάρα. Αγράμματη, άβγαλτη και γενικά καθυστερημένη χωριάτισσα. Αυτή είχε έναν αδερφό στην Αμερική, που ενώ της είχε αφήσει όλη την πα τρική περιουσία, για να βιοπορίζεται, της έστελνε και κάποια χρήματα κατά καιρούς. Είχε έλθει μια χρονιά στον Πολιχνίτο ο Αμερικανός. Κάποιος έριξε την ιδέα να παντρέψουν τη Γιασεμή με τον «Γιώρ’ τον σπανό». Ο Αμερικανός έδεσε την πρόταση σε καλό πανί και ξεσήκωσε τη Γιασεμή, που δεν ήξερε η καημένη γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι. Όμως, ψυχή είχε και αυτή και από εκεί και πέρα, όπως ήταν φυσικό, ερωτεύτηκε τον Γιώργο. Ο Αμερικανός, πάλι, πίστεψε πως δεν θα ήταν κακό να εξασφαλίσει με γάμο την προστασία της λιγόμυαλης αδελφής του, για όσο καιρό θα ήταν αυτός στην Αμερική.

Κάθε λίγο και λιγάκι η Γιασεμή μπαινόβγαινε στο καφενείο και γύρευε να τους παντρέψουν. Ο Γιώργος, με σύνεση και σωφροσύνη, προσπαθούσε να την αποτρέψει και να την καθησυχάσει. Της έλεγε πως η φύση τους αδίκησε και τους δύο και πως ο ίδιος στο σώμα και αυτή στο πνεύμα αδικήθηκαν και δεν πρέπει να σκέπτονται, ούτε καν να περνά απ’ το μυαλό τους η παντρειά. Η Γιασεμή, όμως, επέμενε και είχε καταντήσει σωστό ρεντίκολο μεσ’ το χωριό.

Μια μέρα ο Γιώργος αναγκάστηκε να ξανανοίξει την κουβέντα και πάνω στα νεύρα του της είπε: «δε γίνητει, ρε Γιασιμί, να παντριφτούμι, γιατί έγω δεν έχου συρμαγιά». «Μη στιναχουριέσει, Γιώρ’, ‘γω έχου μεσ’ στου πάπλουμα ραμμένα ούλα τα δουλάρια π’ μέστλει γι αδιρφός ιμ απ’ το Αμιρική, πάρτα ούλα τσι κάνει ντ δλιά σ’». «Αχ, ρε Γιασιμί» ήταν η απάντηση του Γιώργου «εξέρου αλλιώς να σι του πω για να μι καταλάβας» και δύο καυτά δάκρυα έστα ξαν απ’ τα θλιμμένα μάτια του.

—————————————————————————————————————-

1 Συρμαγιά ή σερμαγιά είναι το πρώτο χρηματικό κεφάλαιο για το στήσιμο μιας επιχείρησης.