kanonaki

Από τα οθωμανικά μακάμ και τους μικρασιατικούς αμανέδες μέχρι τα σαντούρια, τα βιολιά, τους καρσιλαμάδες και τα σημερινά πανηγύρια. Ένα ταξίδι στη μουσική ιστορία της Λέσβου, εκεί όπου η Ανατολή και το Αιγαίο δεν είχαν ποτέ κάτι να χωρίσουν.

Όποιος έχει βρεθεί σε ένα παραδοσιακό πανηγύρι της Λέσβου έχει ακούσει μελωδίες που ταξιδεύουν ευκολότερα από τους ανθρώπους, όπου ένας σκοπός μπορεί να ακουστεί σε δύο διαφορετικές γλώσσες και να προκαλέσει ακριβώς τα ίδια συναισθήματα.

Οι καρσιλαμάδες, τα ζεϊμπέκικα, το σαντούρι και το βιολί αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία μιας μουσικής παράδοσης που διαμορφώθηκε μέσα από τη μακρόχρονη επικοινωνία του νησιού με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Η σχέση αυτή, μάλιστα, ξεκινά πολύ πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Αν ακούσεις προσεκτικά ένα παλιό μυτιληνιό ζεϊμπέκικο, έναν καρσιλαμά της Αγιάσου ή ένα βιολί να συνοδεύεται από σαντούρι σε κάποιο πανηγύρι, θα αναγνωρίσεις κάτι περισσότερο από μια τυπική νησιώτικη μελωδία. Θα ακούσεις την ηχώ της Σμύρνης, του Αϊβαλιού, της Περγάμου, της Κωνσταντινούπολης και ολόκληρου του μουσικού κόσμου της Ανατολικής Μεσογείου.

Η μουσική παράδοση της Λέσβου δεν διαμορφώθηκε απομονωμένη από τους γείτονές της. Αντίθετα, γεννήθηκε και εξελίχθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς επικοινωνίας ανάμεσα σε ελληνικούς, τουρκικούς, οθωμανικούς και ευρύτερους ανατολικούς μουσικούς πολιτισμούς.

Και, ίσως, το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι η μουσική αυτή δεν έφτασε στο νησί αποκλειστικά με τους πρόσφυγες του 1922. Υπήρχε ήδη, πολύ πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ως μέρος της καθημερινής ζωής των ανθρώπων και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

mousiki

Πριν από το 1922: Ένα Αιγαίο χωρίς μουσικά σύνορα

Για να κατανοήσουμε τη μουσική της Λέσβου, πρέπει πρώτα να σκεφτούμε ή να φανταστούμε το βορειοανατολικό Αιγαίο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Η Λέσβος βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία μέχρι το 1912. Απέναντί της απλωνόταν μια ακτή με την οποία διατηρούσε στενούς εμπορικούς, οικογενειακούς και πολιτιστικούς δεσμούς.

Το Αϊβαλί, η Πέργαμος, η Σμύρνη και οι μικρότεροι οικισμοί της μικρασιατικής ακτής δεν αποτελούσαν μακρινούς ή άγνωστους τόπους. Ήταν μέρος της καθημερινότητας, μετακινήσεων, εμπορίου και κοινωνικών σχέσεων.

Έμποροι, ναυτικοί, εργάτες, τεχνίτες, μουσικοί και οικογένειες ταξίδευαν ανάμεσα στις δύο ακτές, μεταφέροντας όχι μόνο εμπορεύματα αλλά και τραγούδια, μουσικά όργανα, χορούς και συνήθειες.

Στα καφενεία και στα γλέντια της εποχής μπορούσε κανείς να ακούσει σκοπούς που παίζονταν και στη Μικρά Ασία. Ένας μουσικός μπορούσε να γνωρίζει ελληνικά δημοτικά τραγούδια, οθωμανικές οργανικές συνθέσεις, μικρασιάτικους χορούς και ευρωπαϊκές μελωδίες.

Η μουσική δεν διαχωριζόταν πάντοτε με βάση την εθνική ταυτότητα του δημιουργού ή του ακροατή.

Μια μελωδία μπορούσε να έχει ελληνικούς στίχους στη μία ακτή και τουρκικούς στην άλλη. Ένας χορός μπορούσε να ονομάζεται διαφορετικά από τόπο σε τόπο, διατηρώντας όμως τον ίδιο ρυθμικό πυρήνα.

Συνήθως, όμως, δεν πρόκειται πάντοτε για απλή αντιγραφή ή αντιστοίχιση στους στίχους. Πρόκειται για διαφορετικές τοπικές εκδοχές μιας κοινής μουσικής κληρονομιάς.

mary and hartop goshtigian playing oud and violin group portrait photograph cacfe

Η οθωμανική και τουρκική μουσική: Η γλώσσα των μακάμ

Μία από τις βαθύτερες επιρροές στη μουσική της Λέσβου εντοπίζεται στο μελωδικό της σύστημα.

Η παραδοσιακή μουσική της Τουρκίας και η λόγια οθωμανική μουσική χρησιμοποιούν το σύστημα των μακάμ (makam).

Ένα μακάμ δεν είναι απλώς μια κλίμακα από νότες. Είναι ένα ολόκληρο μελωδικό πλαίσιο, με χαρακτηριστικά διαστήματα, φράσεις, σημεία ανάπαυσης, τρόπους ανάπτυξης και συγκεκριμένη μουσική συμπεριφορά.

Σε αντίθεση με τη δυτική μουσική, όπου κυριαρχούν οι μείζονες και ελάσσονες κλίμακες και η λειτουργική αρμονία, στη μουσική των μακάμ η ίδια η μελωδία αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Οι μικρές μεταβολές στο ύψος των φθόγγων, τα γλιστρήματα ανάμεσα στις νότες και τα χαρακτηριστικά μελωδικά στολίδια δημιουργούν ένα εκφραστικό ύφος που συχνά περιγράφουμε ως «ανατολίτικο».

Στη μουσική της Λέσβου συναντούμε μελωδικές συμπεριφορές που συγγενεύουν με γνωστά μακάμ:

  • Ουσάκ (Uşşak): Με ιδιαίτερα εκφραστικό και συχνά μελαγχολικό χαρακτήρα, συναντάται σε ευρύ φάσμα παραδοσιακών μελωδιών της Ανατολικής Μεσογείου.
  • Χιτζάζ (Hicaz): Αναγνωρίζεται από χαρακτηριστικές διαστηματικές σχέσεις και έντονο ανατολικό χρώμα.
  • Ραστ (Rast): Θεμελιώδες μακάμ της οθωμανικής μουσικής, με ιδιαίτερη μελωδική ανάπτυξη.
  • Χουσεϊνί (Hüseynî): Συνδέεται με εκτεταμένο ρεπερτόριο της τουρκικής και μικρασιατικής παράδοσης.
  • Σαμπάχ (Sabâ): Ξεχωρίζει για την ιδιότυπη μελωδική του συμπεριφορά και το χαρακτηριστικό άκουσμά του.

Κάθε λεσβιακό τραγούδι δεν μπορεί να καταταχθεί αυτούσιο σε ένα συγκεκριμένο οθωμανικό μακάμ. Το τοπικό συναίσθημα και τα βιώματα του κόσμου, όμως, ήταν ο πρωταγωνιστής. Η τοπική παράδοση διαθέτει δικούς της τρόπους ερμηνείας.

Είναι όμως σαφές ότι η τροπικότητα, δηλαδή η οργάνωση της μουσικής γύρω από μελωδικούς τρόπους και όχι αποκλειστικά γύρω από αρμονικές σχέσεις, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό μεγάλου μέρους της μουσικής κληρονομιάς του νησιού.

IMG

Τα μουσικά όργανα:

Η σχέση της Λέσβου με την Ανατολή αποτυπώνεται ιδιαίτερα καθαρά στα μουσικά όργανα.

Το σαντούρι:

Αν υπάρχει ένα όργανο που συνδέθηκε βαθιά με τη λεσβιακή μουσική ταυτότητα, αυτό είναι το σαντούρι.

Με ιστορικές συγγένειες με όργανα της περσικής και της ευρύτερης ανατολικής μουσικής οικογένειας, το σαντούρι απέκτησε σημαντική θέση στην ελληνική και μικρασιατική παράδοση.

Στη Λέσβο χρησιμοποιήθηκε σε γάμους, πανηγύρια, καφενεία και οικογενειακές γιορτές. Οι μουσικοί μπορούσαν να παίξουν τόσο ζωηρούς χορευτικούς σκοπούς όσο και ιδιαίτερα λεπτές, λυρικές μελωδίες.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η άφιξη προσφύγων μουσικών ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την παρουσία και τη διάδοση του οργάνου.

Santoor

Το βιολί:

Το βιολί έχει ευρωπαϊκή καταγωγή, αλλά στη Λέσβο απέκτησε ένα ξεχωριστό ύφος παιξίματος.

Οι μουσικοί χρησιμοποιούσαν στολίδια, γλιστρήματα, ιδιότυπες φράσεις και μελωδικές αποχρώσεις που παραπέμπουν στο μικρασιατικό και οθωμανικό ρεπερτόριο.

Έτσι, το ίδιο όργανο μπορούσε να αποδώσει έναν αιγαιοπελαγίτικο συρτό, έναν καρσιλαμά, ένα ζεϊμπέκικο ή μια οθωμανική οργανική μελωδία.

Το βιολί έγινε ένα από τα σημαντικότερα όργανα της τοπικής μουσικής, γεφυρώνοντας διαφορετικές παραδόσεις.

Το ούτι:

Το ούτι, άταστο έγχορδο όργανο με βαθιές ρίζες στη Μέση Ανατολή, κατέχει ξεχωριστή θέση στο μικρασιατικό και οθωμανικό μουσικό περιβάλλον.

Η απουσία τάστων επιτρέπει στον εκτελεστή να αποδώσει τις λεπτές διαστηματικές αποχρώσεις των μακάμ.

Στη Λέσβο το ούτι συνδέθηκε με το μικρασιάτικο τραγούδι, τους αμανέδες και τις ανατολίτικες οργανικές μελωδίες. Δεν υπήρξε όμως παντού και σε όλες τις εποχές εξίσου διαδεδομένο με το βιολί ή το σαντούρι.

oud family

Το κανονάκι, το λαούτο και τα κρουστά

Το κανονάκι, με τον ιδιαίτερο μηχανισμό μεταβολής του ύψους των φθόγγων, αποτελεί σημαντικό όργανο της οθωμανικής και μικρασιατικής μουσικής. Συνδέεται κυρίως με τα αστικά μουσικά σύνολα και δεν είχε παντού την ίδια παρουσία στις τοπικές λεσβιακές κομπανίες.

Το λαούτο και η κιθάρα εξυπηρετούσαν συχνά τη ρυθμική και αρμονική συνοδεία.

Το ντέφι, το τουμπελέκι, το νταούλι και άλλα κρουστά υποστήριζαν τους χορευτικούς ρυθμούς, ενώ σε διαφορετικές περιοχές του νησιού χρησιμοποιούνταν επίσης πνευστά, όπως το κλαρίνο, καθώς και αργότερα το ακορντεόν.

Η λεσβιακή ορχήστρα δεν υπήρξε ποτέ ένα απολύτως σταθερό σχήμα. Άλλαζε ανάλογα με την εποχή, την περιοχή, την περίσταση και τους διαθέσιμους μουσικούς.

Οι χοροί της Λέσβου και οι ανατολικές τους συγγένειες

Ίσως η πιο άμεση απόδειξη της μουσικής συνύπαρξης βρίσκεται στους χορούς.

Ο καρσιλαμάς:

Η λέξη «καρσιλαμάς» συνδέεται με το τουρκικό karşılama, που παραπέμπει στην υποδοχή ή την αντικριστή συνάντηση.

Ο χορός είναι ιδιαίτερα αγαπητός στη Λέσβο και στη Μικρά Ασία.

Συχνά βασίζεται σε εννεάσημους ρυθμούς, με χαρακτηριστικές υποδιαιρέσεις που δημιουργούν μια κίνηση ταυτόχρονα παιχνιδιάρικη και εκφραστική.

Ο καρσιλαμάς δεν είναι απλώς ένας χορός που εισήχθη κάποια στιγμή από την απέναντι ακτή. Αποτελεί μέρος ενός κοινού αιγαιακού χορευτικού κόσμου, ο οποίος αναπτύχθηκε μέσα από τη μακρόχρονη επικοινωνία των πληθυσμών.

p

Το ζεϊμπέκικο:

Το ζεϊμπέκικο συνδέεται ιστορικά με τη δυτική Μικρά Ασία και τους Ζεϊμπέκηδες, πληθυσμιακές ομάδες που έδρασαν στην περιοχή.

Στη Λέσβο απέκτησε ισχυρή παρουσία και διατηρήθηκε σε πολλές τοπικές μορφές.

Δεν πρέπει να συγχέουμε όλα τα παλιά ζεϊμπέκικα με το σημερινό αστικό ζεϊμπέκικο του λαϊκού τραγουδιού.

Οι παλαιότερες μορφές παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στην ταχύτητα, στη ρυθμική αγωγή, στο ύφος και στον τρόπο χορού.

Το εννεάσημο μέτρο, που συνδέεται συχνά με το ζεϊμπέκικο, αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα ανάλογα με την υποδιαίρεση και την τοπική ερμηνεία.

Ο απτάλικος, ο συρτός και ο μπάλος

Ο απτάλικος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μικρασιατικού χορευτικού ύφους και συνδέεται με την οικογένεια των ζεϊμπέκικων.

Ο συρτός και ο μπάλος, από την άλλη, ανήκουν στον ευρύτερο αιγαιακό μουσικοχορευτικό χώρο.

Στη Λέσβο, όμως, οι μελωδίες και ο τρόπος εκτέλεσής τους συχνά παρουσιάζουν ιδιαίτερες μικρασιατικές αποχρώσεις.

Έτσι, ακόμη και ένας χορός που συναντάται σε πολλά ελληνικά νησιά μπορεί να αποκτά στη Λέσβο ένα διαφορετικό μουσικό χρώμα.

leykoma

1922: Η καταστροφή που άλλαξε για πάντα τη μουσική ιστορία του νησιού

Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες τομές στην ιστορία του Αιγαίου.

Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Χιλιάδες άνθρωποι αναζήτησαν καταφύγιο στη Λέσβο, μεταφέροντας μαζί τους όσα μπορούσαν να διασώσουν.

Πέρα από τα λιγοστά υπάρχοντά τους, έφεραν γλώσσα, συνήθειες, μαγειρικές παραδόσεις, όργανα και μουσικές μνήμες.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν τραγουδιστές, οργανοπαίκτες, οργανοποιοί και άνθρωποι που γνώριζαν τραγούδια και χορούς της Σμύρνης, του Αϊβαλιού, της Περγάμου και άλλων μικρασιατικών περιοχών.

Για τους κατοίκους της Λέσβου, πολλά από τα τραγούδια που έφεραν οι πρόσφυγες δεν ακούγονταν εντελώς ξένα. Οι μελωδίες, οι ρυθμοί και τα μουσικά όργανα συχνά είχαν ήδη θέση στο τοπικό περιβάλλον.

Η προσφυγιά, ωστόσο, έφερε νέες εκδοχές τραγουδιών, διαφορετικά ερμηνευτικά ύφη, νέο αστικό ρεπερτόριο και βαθύτερη συναισθηματική φόρτιση.

Οι παλιές μελωδίες απέκτησαν νέα σημασία. Έγιναν τραγούδια της χαμένης πατρίδας, της μνήμης και της νοσταλγίας.

Από τον αμανέ στο σμυρναίικο και το ρεμπέτικο

Η μικρασιατική μουσική κληρονομιά δεν περιοριζόταν στους χορούς των χωριών.

Στα μεγάλα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, είχε αναπτυχθεί ένας πλούσιος μουσικός πολιτισμός. Στα καφέ αμάν και στους χώρους διασκέδασης συνυπήρχαν ελληνικά, τουρκικά, αρμενικά, εβραϊκά και άλλα μουσικά στοιχεία. Ιδιαίτερη θέση κατείχε ο αμανές, ένα τραγούδι που βασίζεται στη μελωδική ανάπτυξη και στον φωνητικό αυτοσχεδιασμό. Ο τραγουδιστής μπορούσε να παρατείνει μια συλλαβή, να αναπτύξει περίτεχνες μελωδικές φράσεις και να εκφράσει έντονα προσωπικά συναισθήματα.

Αυτή η μουσική κουλτούρα επηρέασε σημαντικά το πρώιμο ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι.

Μετά το 1922, οι πρόσφυγες μουσικοί συνέβαλαν στη διάδοση του σμυρναίικου ύφους στην Ελλάδα και στην εξέλιξη του ρεμπέτικου.

Στη Λέσβο, τα σμυρναίικα τραγούδια συναντήθηκαν με το τοπικό δημοτικό ρεπερτόριο, τα ζεϊμπέκικα, τους καρσιλαμάδες και τους σκοπούς του νησιού.

Αργότερα, η διάδοση των δίσκων γραμμοφώνου και του ραδιοφώνου επέτρεψε σε τραγούδια μεγάλων ερμηνευτών, όπως η Ρόζα Εσκενάζυ και η Ρίτα Αμπατζή, να γίνουν μέρος της καθημερινής μουσικής ζωής.

Η μουσική της Λέσβου συνέχισε έτσι να εξελίσσεται, απορροφώντας το σμυρναίικο, το ρεμπέτικο και στη συνέχεια το νεότερο λαϊκό τραγούδι.

Από τη Μυτιλήνη στην Αγιάσο, το Πλωμάρι και τον Πολιχνίτο

Η μουσική ιστορία του νησιού δεν περιορίζεται στην πόλη της Μυτιλήνης. Κάθε περιοχή διαμόρφωσε τον δικό της τρόπο να ερμηνεύει και να μεταδίδει το κοινό μουσικό υλικό.

Η Αγιάσος διατήρησε ιδιαίτερα πλούσια παράδοση οργανοπαικτών και τοπικών γλεντιών.

Στο Πλωμάρι, στη Γέρα και στους οικισμούς με έντονη ναυτική και εμπορική δραστηριότητα, οι επαφές με τη Μικρά Ασία αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής.

Στον Μεσότοπο συναντάμε μια ιδιαίτερα πλούσια ιστορία μουσικών οργάνων και συνδυασμών, από βιολιά και σαντούρια μέχρι πνευστά και κρουστά.

Στον Πολιχνίτο και στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Λέσβου, τα πανηγύρια, οι γάμοι, τα καφενεία και οι οικογενειακές συγκεντρώσεις υπήρξαν χώροι διατήρησης και μετάδοσης της μουσικής.

Οι καρσιλαμάδες, τα ζεϊμπέκικα, τα συρτά και οι άλλοι παραδοσιακοί σκοποί αποτελούσαν μέρος του ευρύτερου μουσικού κόσμου στον οποίο συμμετείχε και η περιοχή.

Η σημασία αυτής της παράδοσης δεν βρίσκεται μόνο στις νότες. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χόρευαν, στο πώς οι μουσικοί ανταποκρίνονταν στις επιθυμίες της παρέας, στο πώς ένας σκοπός περνούσε από γενιά σε γενιά χωρίς να χρειάζεται να καταγραφεί σε παρτιτούρα.

Για τον Πολιχνίτο, όπως και για ολόκληρη τη Λέσβο, η καταγραφή των παλιών οργανοπαικτών, των οικογενειακών αναμνήσεων και των τοπικών παραλλαγών των τραγουδιών αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διάσωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Τραγούδια και σκοποί που αποτυπώνουν τη μουσική συνάντηση

Η μουσική συγγένεια Λέσβου και Μικράς Ασίας γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν ακούμε τα ίδια τα τραγούδια.

Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά παραδείγματα του ευρύτερου λεσβιακού και μικρασιατικού ρεπερτορίου βρίσκονται:

«Από ξένο τόπο»

Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα παραδοσιακά τραγούδια του μικρασιατικού και ελληνικού ρεπερτορίου. Η μελωδία του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διάδοσης κοινών σκοπών σε διαφορετικές περιοχές.

«Τζιβαέρι»

Τραγούδι βαθιά συνδεδεμένο με τη νοσταλγία, τον αποχωρισμό και την ξενιτιά. Ανήκει σε ένα ευρύτερο αιγαιακό ρεπερτόριο και δεν πρέπει να θεωρείται αποκλειστικά λεσβιακό.

«Μήλο μου κόκκινο»

Παραδοσιακό τραγούδι με πολλές τοπικές εκδοχές, που δείχνει πώς μια μελωδική οικογένεια μπορεί να διαδοθεί σε διαφορετικές περιοχές και να αποκτήσει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

«Παραπονιάρικό μου»

Τραγούδι που συναντάται σε παραδοσιακές ερμηνείες συνδεδεμένες με τον μικρασιατικό και αιγαιακό μουσικό χώρο.

«Του ψαρά ο γιος»

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τραγουδιού του παλαιότερου δημοφιλούς ρεπερτορίου που εξακολουθεί να αναγνωρίζεται και να παίζεται σε μουσικές συναντήσεις Ελλήνων και Τούρκων.

Μυτιληνιοί καρσιλαμάδες, ζεϊμπέκικα, συρτά και μπάλοι

Πέρα από τα επώνυμα τραγούδια, εξαιρετική σημασία έχουν οι οργανικοί σκοποί που διατηρήθηκαν μέσα από την προφορική παράδοση. Συχνά δεν διαθέτουν έναν μοναδικό, σταθερό τίτλο, αλλά ονομάζονται από τον τόπο, τον χορό ή τον μουσικό που τους διέδωσε.

Αυτοί οι σκοποί είναι ίσως το πιο ζωντανό τεκμήριο της κοινής μουσικής ιστορίας του Αιγαίου.

Η μουσική μετά τον πόλεμο: Από το σαντούρι στο μπουζούκι και το αρμόνιο

Μετά τη δεκαετία του 1940, η μουσική ζωή της Λέσβου επηρεάστηκε από σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Ο πόλεμος, η Κατοχή και οι οικονομικές δυσκολίες είχαν διακόψει ή περιορίσει τη δραστηριότητα πολλών μουσικών.

Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η διασκέδαση αναπτύχθηκε ξανά, αλλά το μουσικό περιβάλλον είχε αρχίσει να αλλάζει. Το ραδιόφωνο, οι δίσκοι, η μετανάστευση και η αυξανόμενη επιρροή της Αθήνας έφεραν νέα τραγούδια και νέες μουσικές συνήθειες, ενώ το μπουζούκι απέκτησε ολοένα μεγαλύτερη παρουσία.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 όμως και ως τα τέλη περίπου της δεκαετίας του ’90, αυτή η μουσική κληρονομιά, άρχισε να αφήνει τη θέση της στην νέο-ελληνική υποκουλτούρα του «ψευτο-λαϊκού»  και του «σκυλάδικου» με τραγούδια και μουσικές κατά παραγγελία.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι παλιές μεγάλες κομπανίες έδωσαν τη θέση τους σε μικρότερα σύνολα, ενώ τα παραδοσιακά όργανα έπαψαν να συγκινούν.

Το σαντούρι, το ούτι, το κανονάκι κ.α. περιορίστηκαν σε ορισμένα μουσικά περιβάλλοντα, ευτυχώς, όμως, χωρίς όμως να εξαφανιστούν. Παρά τις αλλαγές, οι παλιοί καρσιλαμάδες, τα ζεϊμπέκικα και οι τοπικοί σκοποί συνέχισαν να ακούγονται στα πανηγύρια και στις οικογενειακές γιορτές.

n

Από την αναβίωση της παράδοσης μέχρι σήμερα

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, παρατηρείται ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις παλιές μουσικές παραδόσεις του Αιγαίου.

Νεότεροι μουσικοί μελετούν ιστορικές ηχογραφήσεις, αναζητούν ξεχασμένους σκοπούς και επιστρέφουν σε όργανα όπως το ούτι, το σαντούρι και το κανονάκι.

Η έρευνα των τοπικών μουσικών παραδόσεων, η καταγραφή παλιών εκτελεστών και η ψηφιοποίηση ηχητικού υλικού προσφέρουν νέες δυνατότητες διάσωσης της πολιτιστικής μνήμης.

Παράλληλα, οι σύγχρονες μουσικές συναντήσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους μουσικούς αναδεικνύουν κάτι που για τους παλιότερους κατοίκους των δύο ακτών ήταν αυτονόητο: πολλές από αυτές τις μελωδίες αποτελούν κοινή κληρονομιά.

Ελληνική, τουρκική ή μικρασιατική μουσική; Ένα ερώτημα με σύνθετη απάντηση

Όταν εξετάζουμε τη μουσική ιστορία της Λέσβου, συχνά προκύπτει το ερώτημα αν ένας σκοπός είναι ελληνικός ή τουρκικός. Δεν είναι αυτό όμως που έχει σημασία.

Για πολλούς αιώνες, οι πληθυσμοί του Αιγαίου συμμετείχαν σε κοινά πολιτιστικά δίκτυα. Η οθωμανική μουσική δεν δημιουργήθηκε από έναν μόνο λαό, αλλά διαμορφώθηκε μέσα από τη συμβολή πολλών κοινοτήτων.

Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι και άλλοι μουσικοί συμμετείχαν στη δημιουργία, στην εκτέλεση και στη διάδοση αυτού του ρεπερτορίου.

Αντίστοιχα, η μικρασιατική ελληνική μουσική αναπτύχθηκε μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, διατηρώντας τη δική της γλωσσική και κοινωνική ταυτότητα.

Γι’ αυτό και η ύπαρξη μιας κοινής μελωδίας σε ελληνικές και τουρκικές ηχογραφήσεις δεν αποδεικνύει από μόνη της ποιος την έγραψε πρώτος ή προς ποια κατεύθυνση ταξίδεψε.

Αυτό που αποδεικνύει είναι ότι οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μουσικά, ακόμη και όταν οι γλώσσες, οι θρησκείες και οι πολιτικές τους ταυτότητες διέφεραν. Η Λέσβος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της ιστορικής συνύπαρξης.

Η μουσική ως μνήμη, ταυτότητα και γέφυρα πολιτισμών

Η μουσική παράδοση της Λέσβου είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα σύνολο παλιών τραγουδιών.

Είναι η ιστορία των ανθρώπων που ταξίδευαν από το νησί στο Αϊβαλί, των μουσικών που έπαιζαν στα καφενεία και στα πανηγύρια, των προσφύγων που έφτασαν το 1922 κουβαλώντας τις αναμνήσεις τους, των οικογενειών που κράτησαν ζωντανούς τους σκοπούς των προγόνων τους.

leykoma

Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που διαμορφώθηκε μέσα από τη συνάντηση διαφορετικών πολιτισμών.

Το σαντούρι, το βιολί, το ούτι, οι καρσιλαμάδες και τα ζεϊμπέκικα δεν αποτελούν απλώς μουσικά χαρακτηριστικά της Λέσβου, αλλά ζωντανά ίχνη αυτής της ιστορίας.

Στον Πολιχνίτο, στην Αγιάσο, στο Πλωμάρι, στη Μυτιλήνη και στα υπόλοιπα χωριά του νησιού, κάθε παλιός σκοπός που εξακολουθεί να παίζεται συνδέει το παρόν με έναν κόσμο που έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά.

Και αυτό είναι το πιο σημαντικό γιατί, όπου η ιστορία χάραξε σύνορα, η μουσική πεισματικά συνέχισε να δημιουργεί γέφυρες.

Σχετικά Άρθρα από το Πανόραμα Πολιχνίτου

Ιστορική τεκμηρίωση και πηγές

Για τη δημοσίευση, προτείνω να συμπεριληφθούν οι παρακάτω πηγές, οι οποίες τεκμηριώνουν τις ιστορικές και μουσικολογικές αναφορές του άρθρου.

Φωτογραφικό Υλικό: Αναγνωστήριο Αγιάσου

 

 Παναγιώτης Αδαμόπουλος