Τάσος Μακρής
Η φράση της ντοπιολιαλιάς μας λειτουργεί στο λόγο των προγόνων μας κατά τρόπο, που είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς αν είναι επιτίμηση ή θαυμασμός. Ίσως και ο χρήστης της να μην είναι σίγουρος για το σκοπό, που την χρησιμοποιεί. Οι πρόγονοί μας, βέβαια, ήξεραν τι σήμαιναν οι λέξεις και ποιο ήταν το νόημα της φράσης, που προέκυπτε, δε μπορούσαν να φανταστούν όμως ότι ο χρόνος θα την έκανε δυσνόητη. Ας προσπαθήσουμε μήπως πλησιάσουμε λογική ερμηνεία.
H πρώτη λέξη ( διμόν’ ) είναι ο αρχαίος δαίμων, το θείον, άρα χρησιμοποιείται, για να δώσει έμφαση στην ευφυία. Έναν έξυπνο άνθρωπο τον λέμε δαίμονα ή δαιμόνιο. Άρα στη φράση μας ο «μοίχος» είναι έξυπνος διαβολεμένος. Στην καθομιλουμένη η λέξη μοίχος δεν υπάρχει, είναι της ντοπιολιαλιάς μας και την γράφουμε με «οι» πιστεύοντας ότι παράγεται από το « μοιχεύω» και δεν είναι ο μοιχός, ο άνδρας δηλαδή που μοιχεύεται, αλλά ο καρπός της μοιχείας, το παιδί της αγάπης, που και οι παλιοί και σημερινοί λένε πως βγαίνει εξυπνότερο. Πρόκειται δηλαδή για ένα διαβολόπαιδο.
Το διαβολόπαιδο, ο μοίχος, σίγουρα κάποια διαβολιά θα έκανε, για να τον μαλώνουν με τις λέξεις δαίμουνα και μοίχου, ταυτόχρονα τον θαυμάζουν, γιατί είναι μοίχος, πιο έξυπνος από τους νόμιμους. H φράση της ντοπιολιαλιάς το μαλακώνει παρακάμπτοντας με ευαισθησία το δυτικό βαρβαρισμό του «μπάσταρδου».
Στον τόπο μας, στη θάλασσα, υπάρχουν τα πουλιά «κορμοράνοι» και κανείς δεν τα ξέρει μ’ αυτό το όνομα. Τα λένε «καραμπλάκες» (μαυροπούλια) και μοίχους. Το δεύτερο όνομα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί τους δόθηκε ούτε είμαστε σίγουροι για την γραφή της λέξης, αφού είναι τοπική με δυσνόητη ετυμολογία. Το γράψαμε με «οι», γιατί πραγματικά είναι έξυπνα πουλιά.
Η λέξη «διμόν’» είπαμε πώς είναι ο αρχαίος δαίμων-Θεός. Ο δαίμονας όμως και στην αρχαία γλώσσα και στην νέα ελληνική είναι και οι διάβολοι. Έτσι η δασκάλα των σχολικών χρόνων τα χαζούλικα παιδιά τα στόλιζε με το κοσμητικό «κρασοπιάσματα». Άργησα να καταλάβω τον μηχανισμό παραγωγής της εννοιολογικής διαφοράς της νέας λέξης, μέχρι που άκουσα και τη φράση: «Είναι (το παιδί) παναγυριώτκου!
Δούλευαν πολύ τα παναγύρια τότε. Κάθε Άγιος είχε ξωκκλήσι και δικό του πανηγύρι, στο οποίο, μετά τη λειτουργία, βαρούσαν τα όργανα και έρρεε άφθονος ο οίνος. Μεθυσμένοι,ύστερα, οι σύζυγοι γύριζαν στο σπίτι και καταγίνονταν με την τεκνοποιία με προϊόντα τα κρασοπιάσματα, που ήταν και παναγυριώτκα, τα οποία βασάνιζαν και αγανακτούσαν την κακόμοιρη τη δασκάλα μας. «Μοίχοι», λοιπόν, και «κρασοπιάσματα» τα αποτελέσματα της ειδυλλιακής ζωής των προγόνων μας.
Η γλώσσα λειτουργώντας σαν ευσυνείδητος ιστοριοδίφης ή και κοινωνιολόγος δε σταματά εδώ. Μας αποκαλύπτει με τις λέξεις της όλες τις πτυχές αυτής της κοινωνικής έκφανσης παρουσιάζοντας και τους “κατσιουρμάδες”, καθώς και τους “αρπαμάδες”. Κι εμείς, με πολύ ζωηρό το κληρονομικό γονίδιο της περιέργειας ζητούμε διευκρινίσεις.
O “κατσιουρμάς” είναι λέξη υβριδική, προερχόμενη από θέμα της τουρκικής γλώσσας και τεχνική της ελληνικής. Η ντοπιολιαλιά μας χρησιμοποίησε το τουρκικό “κατσιρμάκ” = φεύγω και έφτιαξε πολλές εκφραστικές λέξεις (κατσουρντώ=μου ξεφεύγει, κατσιουρντισμένος= φευγάτος, τρελός, κατσιάκους=ο φυγάς, ο δραπέτης κ.α.) μεταξύ των οποίων και τον κατσιουρμά, που σηματοδοτεί το παιδί που η σύλληψή του προήλθε από αδεξιότητα του πατέρα. Του ξέφυγε δηλαδή. Κατ΄ αυτήν την έννοια οι κατσιουρμάδες είναι αμέτρητοι και μεταξύ τους αρκετοί θα είναι ταυτόχρονα και μοίχοι. Πάντως οι “αρπαμάδις” είναι σίγουρα μοίχοι. Αλλά ποιοι είναι αυτοί πάλι;
Οι “αρπαμάδις” προέρχονται από το ρήμα “αρπάζω” του οποίου όμως η σημασία δεν είναι αυτή της βίαιης ενέργειας αλλά της ήπιας ως παθητικής αποδοχής, όπως στη φράση “άρπαξε ένα κρυολόγημα”. Έτσι η σύλληψη ενός μωρού ήταν ανεπιθύμητη αλλά προέκυψε από τη συνεύρεση, όπως προκύπτει μια ασθένεια με τη συναναστροφή αρρώστου. Αρπάζουμε ένα συνάχι, αλλά αρπάζουμε καμιά φορά και ένα παιδί.
Η τελευταία από τις λέξεις αυτής της κατηγορίας είναι το “αποξύστρ’ “, που κλείνει τον κύκλο τους. Όταν οι νοικοκυρές έπαιρναν από τη σκάφη τους το ζυμάρι, για να πλάσουν στο ‘’σοφρά” τα ψωμιά και να τα τοποθετήσουν στην πινακωτή, έμεναν κολλημένα στα τοιχώματα της σκάφης υπολείμματα της ζύμης, τα οποία έξυναν με τον ξύστη και μ’ αυτά έπλαθαν ένα λειψό ψωμάκι. Αυτό ήταν το ‘’αποξύστρ’’ .
Οι οικογένειες τότε ήταν πολύτεκνες. ‘’ Όσα δώσ’ η Θιός! ‘’. Η σκάφη της οικογένειας (η μάνα) έβγαζε αράδα παιδιά, μέχρι που έβαζε η φύση το STOP. To τελευταίο παιδί της θαυμαστής αυτής σκάφης το έβλεπαν σαν αποξύστρ’. Δεν ήταν, όμως, καθόλου σίγουρο πως θα ‘βγαινε λειψό σαν το ψωμάκι από πραγματική σκάφη.
.
