ΙΓΝΑΤΗΣ ΨΑΝΗΣ
Η Ιερά Μονή Δαμανδρίου δεν είναι ο τύπος του μοναστηριού στο οποίο συρρέει πλήθος πιστών, περιηγητών, τουριστών. Είναι ένα μοναστήρι – ησυχαστήριο, ένας χώρος προσευχής και περισυλλογής, ένας χώρος ψυχικής ηρεμίας και πνευματικής ανάτασης. Ένας χώρος συνωστισμού εικόνων και αισθημάτων. Χώρος καθαρμού και των αισθήσεων και του μυαλού.
Το ξεχωρίζει κανείς από μακριά καθώς ξεφεύγει από τον κεντρικό δρόμο Βασιλικών Πολιχνίτου σε μία απόσταση περίπου 1,5 km. Δεσπόζει σε μία καταπράσινη πλαγιά με διπλούς κήπους μέσα σε πλατάνια και τρεχούμενα νερά, έτοιμο και πρόθυμο να διηγηθεί την ιστορία του και να επιδείξει τα εξαίρετα τεκμήρια της αγιοσύνης και της αρχιτεκτονικής του, που το κατατάσσουν στα πλέον ενδιαφέροντα μνημεία της Λέσβου. Η ιστορία, λοιπόν, του
μοναστηριού που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στα εννιάμερα της Παναγίας στις 23 Αυγούστου, που κατά τεκμήριο είναι το πρόσωπο της χριστιανοσύνης
που ενσαρκώνει τα πιο αγνά, βαθιά και δυνατά αισθήματα του Ανθρώπου, ξεκινά από παλιά.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΑ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ.
1. Ο Σταυράκης Αναγνώστου από το μη σωζόμενο σήμερα χειρόγραφο της Μητρόπολης Μυτιλήνης και στο έργο του “Λεσβίων ωδή” γράφει: Δαμάνδριον ή Δαμάνδρι: σημαίνει ίσως άντρο δαμάλεων. Ή Δαμάνδριον ο εστί δαμαστήριον, γυμναστήριον, ασκητήριον ανδρών. Ή σημαίνει Δάμου, ήτοι Δήμου Μάνδραν. Μάνδρας δε έλεγον τότε και αυτά τα μοναστήρια, εξ ου και οι αρχιμανδρίται, αυτοί των μοναστηριών οι ηγουμένοι. Ή μήπως το ορθότερον, υπήρχε “σκαμάνδριον” από Σκαμάνδρου του Λεσβίου ολυμπιονίκου, όπου ίσως ούτος ενδιατρίβων εγυμνάζετο.
2. 16ος – 17ος αιώνας. Δαμάνδριον ή Δαμάνδρι: χωριό που ανήκε στην περιοχή του Πολιχνίτου και το οποίο είτε λόγω των πειρατών είτε για άλλους λόγους εγκαταλείφθηκε, όπως έγινε και με άλλα μικρά χωριά της ευρύτερης περιοχής που ενσωματώθηκαν στο Λισβόρι, στα Βασιλικά, στη Βρίσα, στον Πολιχνίτο. Προφανώς η Μονή οφείλει το όνομά της στο ότι ήταν χτισμένη σταόρια ενός ζωντανού παλαιότερου οικισμού.
3. Το μοναστήρι: Δεν έχουμε ασφαλείς πληροφορίες για το χρόνο ίδρυσης της Μονής. Διίστανται οι απόψεις για την περίοδο λειτουργίας της και τον χαρακτήρα της, αν δηλαδή πρόκειται για ανδρικό μοναστήρι ή για ενοριακό ναό. Η πρώτη από αυτές στηρίζεται στην ύπαρξη ερειπίων βυζαντινού οικισμού σε μικρή απόσταση από τη Μονή και αποδέχεται ότι το Δαμάνδριον υπήρχε ήδη από τη Βυζαντινή εποχή και ήταν αστικό μοναστήρι. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη το Δαμάνδριον ήταν ενοριακός ναός του χωριού, που διαλύθηκε τον 17ο αιώνα. Μετά την ερήμωση του χωριού, οι μοναχοί της γειτονικής Μονής του Αγίου Γεωργίου (η οποία έπαψε να υφίσταται) εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι και αξιοποίησαν το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ως καθολικό της νέας Μονής. Οι ελληνόγλωσσες αρχειακές πηγές (τουλάχιστον όσες μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί) δεν παρέχουν στοιχεία για την ιστορία του μοναστηριού. Το κενό καλύπτεται ελάχιστα από οθωμανικά αρχεία, καθώς πρόσφατα
γνωστοποιηθέντα κατάστιχα περιλαμβάνουν αναφορές στη φορολόγηση του, παρέχοντας μας την απόδειξη λειτουργίας της Μονής σε δύο διαφορετικές περιόδους στις οποίες χρονολογούνται. Το πρώτο είναι το φορολογικό κατάστιχο του 1548 και το δεύτερο αντίστοιχο έγγραφο του 1700. Από τη μελέτη των στοιχείων του καταδεικνύεται ότι κατά την ενδιάμεση περίοδο η Μονή αύξησε σημαντικά την περιουσία της κάτι που επιβεβαιώνεται από κατάστιχο των “χωραφίων του μοναστηρίου Δαμάνδρι” με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου 1768, το κείμενο του οποίου έχει αντιγραφεί στον Κώδικα Βʹ της Μητροπόλεως Μυτιλήνης (Φ36ε) την 1η Οκτωβρίου του 1810.
4. 1845: Στο αρχείο του Μητροπολίτη Μυτιλήνης και μετέπειτα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Καλλινίκου σώθηκε μάλιστα αντίγραφο “αρχιερατικού αποδεικτικού γράμματος” με ημερομηνία 1η Σεπτεμβρίου 1845, στο οποίο καταγράφεται η πολύτιμη πληροφορία ότι από τότε το μοναστήρι είχε χάσει την αδελφότητα του και προκειμένου να αποφευχθεί η παντελής ερήμωσή του αποφασίστηκενα ενοικιάζεται σε κάποιον ιερωμένο που αναλάμβανε την
υποχρέωση να συντηρεί τα κτήρια. Το ίδιο έγγραφο είναι ενοικιαστήριο του Δαμανδρίου, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι συνηθιζόταν από τους προκατόχους του Καλλίνικου “να ενοικιάζεται εις ιερωμένους εφ’ όρου ζωής αυτών δια την διηνεκή αυτού συντήρησιν και παντοτινή διάρκεια επί καλή καταστάσει, την οποία ενοικιαζόμενον ετησίως δεν ήθελαν έχει ένεκα του πρόσκαιρου των ενοικιαστών, αφορώντων μόνον το ίδιο συμφέρον και ουχί του μονιδρίου, ως παρετηρήθη πολυχρονίως παρά των προκατόχων, οι οποίοι ηκολούθησαν τον τρόπον τούτον της ενοικιάσεως συμφερότερον, εγκριθέντα και παρά της εκκλησίας”. Για την ιστορία ας αναφερθεί ότι με το συγκεκριμένο έγγραφο το Δαμάνδριον ενοικιάζεται στον
ιερομόναχο Προκόπιο, ο οποίος υποχρεούται να αποδίδει κάθε χρόνο στη Μητρόπολη ποσόν 770 γροσίων.
5. 1863: Δεν γνωρίζουμε μέχρι πότε διήρκεσε η περίοδος των παχειών αγελάδων για τη Μονή. Στα μέσα του 19ου αιώνα πάντως η αδελφότητα και η γενικότερη κατάστασή τηςπαρουσιάζεται ισχνή. Το 1863 ο Γεώργιος Αριστείδης γράφει στο βιβλίο του “Τετραλογία πανηγυρική” ότι στη Μονή διέμενε τότε ένας ιερομόναχος και δυο-τρεις μοναχοί, παρουσιάζοντας έτσι την εικόνα της καταπτώσεως του μοναστηριού, που τελικά οδήγησε στην ερήμωσή του. Σημαντική μορφή που έζησε στο χώρο του Δαμανδρίου ήταν ο πατέρας Αμβρόσιος Λεβέντης, ιερομόναχος που καταγόταν από τον Πολιχνίτο. Είχε γεννηθεί το 1870 και είχε τελειώσει την Βʹ τάξη Γυμνασίου. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1891 στη Μάδυτο της Μικράς Ασίας από τον Μητροπολίτη Νευροκοπίου Νικηφόρο και ιερέας στις Νέες Κυδωνίες από το Μητροπολίτη Μυτιλήνης το 1900. Υπηρέτησε ως ιερέας στον Πολιχνίτο, τη Βρίσα
και το Πλωμάρι. Χειροτονήθηκε πνευματικός και πηγαινοερχόταν σε όλα τα χωριά της περιοχής μέρα-νύχτα με τα πόδια μέχρι τα βαθιά γεράματά του. Στο πατρικό του αγρόκτημα, κάτω από την εκκλησία του Δαμανδρίου, είχε το σπιτάκι του, μισογκρεμισμένο σήμερα. Στο Δαμάνδρι που τον είχε ο Δεσπότης διαχειριστή της περιουσίας, φιλοξενούσε πολύ κόσμο και τον καιρό του πολέμου που είχαν φύγει οι άνθρωποι από τα μέρη τους, πήρε πολλούς
φτωχούς και τους έδωσε δουλειά στα κτήματα του μοναστηριού, για να βγάζουν τα έξοδά τους. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ανθρώπων της περιοχής ότι έκανε θαύματα θεραπεύοντας αρρώστους και ότι έκλαιγε, όταν προσεύχονταν ή λειτουργούσε.
6. 1933: Τα ημίμετρα δεν απέδωσαν καρπούς και το μοναστήρι διαλύθηκε. Η ερήμωσή του ανάγκασε το1933 την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ναχαρακτηρίσει το Δαμάνδριον Μητροπολιτικό αγρόκτημα, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι τα έσοδα από τη διαχείριση του θα διατίθενται σε αγαθοεργίες.
7. Γηροκομείο: Μετά τη διάλυση της Μονής, η Μητρόπολη αξιοποίησε τους χώρους στεγάζοντας γηροκομείο, το οποίο λειτούργησε από το 1958 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, παρέχοντας φιλοξενία σε πολυάριθμους ηλικιωμένους της γύρω περιοχής. Τα τελευταία
χρόνια η Μονή επανασυστήθηκε και λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι συνεχίζοντας την ιστορία αιώνων.
8. Από το 2005 λειτουργεί ως ανδρικό μοναστήρι. Στο μοναστήρι εκτός από τα περίπου 561 στρέμματα γης που του ανήκουν, ανήκουν και τα εξής εκκλησάκια τα οποία έχουν κάποια αρχαιολογική σημασία: Αγία Μαρίνα με παλιά αρχιτεκτονικά μέλη, Άγιος Βασίλειος ερείπια βυζαντινού ναΐσκου, Αγία Παρασκευή με εντοιχισμένα παλιά αρχιτεκτονικά μέλη, Άγιος Γεώργιος ερείπια με παλιά αρχιτεκτονικά μέλη και οι Μυροφόροι, ερείπια βυζαντινού
ναΐσκου και σαρκοφάγος.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ήδη από τις πρώτες μέρες της εγκατάστασής του ο νυν Αρχιμανδρίτης άρχισε να εργάζεται σκληρά, ώστε να επαναφέρει το μοναστήρι στην παλιά του αίγλη, να γίνει ο χώρος όπου οι πιστοί θα κατέφευγαν, για να προσευχηθούν ήρεμα και κατανυκτικά. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Έγιναν εργασίες στο πίσω μέρος της εκκλησίας, ώστε να εμποδίζονται τα νερά της βροχής να μπαίνουν στο ναό και να δημιουργεί η υγρασία
πρόβλημα στις τοιχογραφίες ιδιαίτερο. Παράλληλα έγινε αποκατάσταση του πέτρινου δαπέδου του ναού, αλλά και διάφορες άλλες εργασίες για τη συντήρηση του χώρου
γενικότερα. Αντικαταστάθηκε το εξωτερικό επίχρισμα του ναού (σοβάς) με καινούργιο, αλλά με πλήρη σεβασμό στην παράδοση τόσο ως προς τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν
όσο και ως προς τον τρόπο εργασίας. Το πιο σημαντικό όμως έργο είναι η συντήρηση των τοιχογραφιών η οποία γίνεται από αρχαιολόγο του υπουργείου πολιτισμού. Επιπλέον αντικαταστάθηκε το δάπεδο της αυλής, κατασκευάστηκε πέργκολα, μετατράπηκαν οι πρώην αποθήκες σε τραπεζαρία. Ανακαινίστηκε το αρχονταρίκι και τα κελιά των μοναχών και συγχρόνως ανακαινίστηκαν και τα κελιά στην αυλή, για να υπάρχει δυνατότητα φιλοξενίας και διαμονής των επισκεπτών.

Πολλοί πιστοί από όλες τις γωνιές του νησιού επισκέπτονται το μοναστήρι, το οποίο λειτουργεί κάθε Σάββατο πρωί και τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης.
Επίσημη γιορτή προς τιμήν της Θεοτόκου επικράτησε να γίνεται πρωί και τις μεγάλες τα τελευταία χρόνια στις 23 Αυγούστου στα εννιάμερα της Κοίμησης της Θεοτόκου.
Την παραμονή της μέρας αυτής ψάλλοντας τα εγκώμια της Παναγίας γίνεται και περιφορά της εικόνας στην αυλή του μοναστηριού, ενώ το πρωί πανηγυρική Θεία Λειτουργία. Εδώ και πολλά χρόνια έχει επικρατήσει η συνήθεια να γίνεται εορταστική Θεία Λειτουργία και την ημέρα του “Σωτήρος” στις 6 Αυγούστου. Αυτό καθιερώθηκε από τον ιερωμένο, που ήταν υπεύθυνος της λειτουργίας του μοναστηριού αλλά και εφημέριος των Βασιλικών, όταν
καταστράφηκε ένα μικρό εκκλησάκι του “Σωτήρος”, που βρισκόταν δίπλα στο μοναστήρι. Για αυτό οι κάτοικοι των Βασιλικών θεωρούν ότι η Θεία Λειτουργία τη μέρα αυτή γίνεται προς τιμήν της δικής τους ενορίας. Κάτοικοι του Πολιχνίτου μας ανέφεραν, όμως, ότι η καθιέρωση έγινε από τον πατέρα Λεβέντη και καμία σχέση δεν έχει η ενορίατων Βασιλικών.
Βασική πηγή άντλησης υλικού αποτέλεσε η εξαιρετική εργασία το 2007-2008 των μαθητών
του Λυκείου Πολιχνίτου με υπεύθυνους καθηγητές Μάρκου Δημήτρη, μαθηματικού και Σαλταμάρα Βάσως, φιλολόγου.
Αναδημοσίευση από το τεύχος υπ΄αρίθμ. 162/2020 του ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
