ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΑΜΑΝΔΡΙΟΥ-Μέρος 2ο

ΙΓΝΑΤΗΣ ΨΑΝΗΣ

Ο ναός, δηλαδή το Καθολικό του μοναστηριού, είναι διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 196/Β/11-5-1960) και βρίσκεται μπαίνοντας δεξιά στο μοναστήρι. Ανεβαίνει κανείς μία σκάλα μικρή πέτρινη και από τη Μικρή Πύλη μπαίνει στο μικρό Νάρθηκα, που έχει μία ακόμη πόρτα πλαϊνή στο βόρειο τοίχο. Ο ναός έχει ρυθμό μονόκλιτης Βασιλικής. Από στενή πόρτα μπαίνει κανείς στον κυρίως ναό. Φωτίζεται από δύο παράθυρα σχήματος ορθογωνίου, ένα μικρό φωταγωγό, που βρίσκεται στην κορυφή της πρόσοψης και από τη μοναδική χαμηλή κεντρική πόρτα. Η στέγη είναι ξύλινη επικλινής και η οροφή ελαφρώς θολωτή. Όλοι οι τοίχοι είναι αγιογραφημένοι, ενώ η οροφή είναι χωρίς τοιχογραφίες, γιατί όπως φαίνεται αντικαταστάθηκε και κατασκευάστηκε από “μπαγδατί”.

Το δάπεδο είναι καλυμμένο από πολλές ασύμμετρες πλάκες, μερικές από τις οποίες έχουν ανάγλυφα σχήματα λαϊκής τέχνης

και ο φωτισμός του ναού γίνεται από δύο πλευρικά παράθυρα. Εξωτερικά διακρίνεται εντοιχισμένος τεράστιος ογκόλιθος, απόδειξη ότι ο ναός είχε στηθεί πάνω στους βράχους οι οποίοι αποτέλεσαν και τμήμα του οικοδομήματος. Το Ιερό του Καθολικού έχει δύο εισόδους, την Ωραία Πύλη αλλά και τη Βόρεια.

Ξεχωρίζει από τον κυρίως ναό με ένα εξαιρετικό ξυλόγλυπτο τέμπλο που εκτιμάται ότι είναι συναρμολογημένο από διάφορα τμήματα τέμπλων άλλων ναών.

  ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΥ

Γενική άποψη του τέμπλου που εκτιμάται ότι είναι συναρμολογημένο από διάφορα τμήματα τέμπλων άλλων ναών της περιοχής

Οι τρεις εικόνες του τέμπλου είναι άξιες λόγου, ενώ προσφέρονται σήμερα από πιστούς καινούργιες εικόνες οι οποίες κατά βάση αναρτώνται στο νάρθηκα, διότι στον κυρίως ναό δε μπορούν να τοποθετηθούν επειδή υπάρχουν οι τοιχογραφίες, οι εικόνες στο προσκυνητάρι, “Ρόδο το Αμάραντο” μόνο είναι του 16ου αιώνα.

Η εικόνα της Παναγίας είναι αντίγραφο της παλιάς μεταβυζαντινής εικόνας η οποία φυλάσσεται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Μυτιλήνης, αντίγραφο που φιλοτεχνήθηκε σε μνημόσυνο του Πολιχνιάτη μοναχού Πορφυρίου, το 1969 και το πρωτότυπο παριστάνει την Παναγία, ως Οδηγήτρια με το Χριστό στην αριστερή αγκάλη της και χρονολογείται στο τέλος του 17ου αιώνα.

Η εικόνα του Χριστού που βρίσκεται στο τέμπλο δεν είναι ούτε αυτή η αρχική εικόνα, αλλά πρόκειται για μία παλιά εικόνα (1775) του Παντοκράτορα.

 

Η αρχική εικόνα του Χριστού μεταφέρθηκε όταν το μοναστήρι ήταν κλειστό, από το Μητροπολίτη Ιάκωβο Νικολάου, στο ναό της Κοίμησης της Παναγίας στην Αγιάσο -επειδή η εκεί εικόνα είχε καταστραφεί από πυρκαγιά- όπου και φιλοξενείται στο τέμπλο. Η εικόνα του Τιμίου Προδρόμου είναι έργο
των αρχών του 18ου αιώνα και εικονίζει τον Πρόδρομο με φτερά αγγέλου και ειλητάριο στο αριστερό χέρι και πρόκειται για την κανονική εικόνα του Μοναστηριού.

Στο νάρθηκα σε ειδική ξύλινη προσθήκη υπάρχουν τρεις λειψανοθήκες και η μεγαλύτερη περιέχει λείψανα των Αγίων Χαραλάμπους και Βαρβάρας. Είναι καλυμμένη από αργυρή πλάκα με παραστάσεις και στο μέσον φέρει αργυρόδετο Σταυρό από σεντέφι και είναι αρκετά παλιά, διότι αναφέρεται σε όλα τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής που είναι καταχωρημένα στον σχετικό κώδικα.
Εκτός αυτής υπάρχουν και δύο μικρότερες λειψανοθήκες, που προσφέρθηκαν από τον Ηγούμενο της Μονής, πατέρα Μιχαήλ. Η μία περιέχει λείψανα του Αγίου Μεθοδίου και των Πέντε Παρθένων της Κρήτης και η άλλη των Αγίων Παχωμίου του Ρώσου, Χαραλάμπους και Θεωνά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης και καταγόμενου από την Κουρνέλα της περιοχής Πλωμαρίου.
                            ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ  

 Οι τοιχογραφίες θεωρούνται από τις αξιολογότερες της Λέσβου. Στο νάρθηκα υπάρχει μια μοναδική τοιχογραφία, στη νότια πλευρά του, που παριστάνει τον Άγιο Γεώργιο στο άλογό του με το προσωνύμιο «ο ταχύς» ενώ πρόσφατες έρευνες, του 2008, κατά τη διαδικασία στερέωσης των υπολοίπων αγιογραφιών απέδειξαν ότι δεν υπάρζουν στον νάρθηκα άλλες τοιχογραφίες, όπως νομίζονταν αρχικά. Η παρουσία του Αγίου Γεωργίου (φωτό 3)

και μόνο στο νάρθηκα ενισχύει την άποψη ότι στο μοναστήρι κατέφευγαν οι μοναχοί από το γειτονικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στα «Παλιομονάστηρα», μετά την καταστροφή. Στο Ιερό κυριαρχεί η “Πλατυτέρα” στο πάνω μέρος της κόγχης του με αγγέλους από τη μία και από την
άλλη πλευρά της και στην πρόθεση υπάρχουν δύο εικόνες του Χριστού, σταυρωμένου κάτω σε θρόνο στο πάνω μέρος. Στο δεξιό τοίχο (Νότιο) δεσπόζει μία πολυπρόσωπη σύνθεση της γέννησης του Χριστού, στην άλλη κόγχη (νιπτήρας) στη βόρεια πλευρά του Ιερού υπάρχει μορφή του Αγίου Στεφάνου. Στον κυρίως ναό και στη δεξιά (Νότια) πλευρά υπάρχουν αρκετές τοιχογραφίες, άλλες ολόκληρες και άλλων μεγάλα τμήματα, ενώ ξεχωρίζουν του Μυστικού Δείπνου και του Νιπτήρα κοντά στο τέμπλο, προς την άλλη άκρη η προσευχή στη Γεσθημανή, η άρνηση του Πέτρου, το ανέβασμα στο Σταυρό και χαμηλότερα των Αγίων Θεοδώρων Τήρωνος και Στρατηλάτου και των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

 

Στην απέναντι πλευρά
(Βόρεια) η καταστροφή είναι σε πολύ μεγάλη έκταση. Διακρίνονται τμήματα από αρκετές τοιχογραφίες και σχεδόν ολόκληρες, η Γέννηση και τα Εισόδια της Θεοτόκου, ο εμπαιγμός και οι άγιοι Αρσένιος, Σάββας και Ευθύμιος.

Στη δυτική πλευρά που είναι η είσοδος του ναού, διασώζονται και οι περισσότερες τοιχογραφίες. Δεξιά της εισόδου, καθώς μπαίνεις, είναι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και δίπλα του ο Άγιος Μερκούριος

και στο χώρο πάνω από την είσοδο
υπάρχει η Κοίμηση της Θεοτόκου και πιο πάνω η Σταύρωση (φωτό 1)

 

και τριγύρω εικόνες από την προδοσία, το ανέβασμα στο Σταυρό, τον διαμερισμό των ιματίων και την Αποκαθήλωση, ενώ επίσης υπάρχει και το μοναδικό πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης ο Μωυσής. Κυρίαρχη εικονογράφηση είναι αυτή της Κοίμησης της Θεοτόκου

που εκτός αυτής στην κλίνη, εικονίζονται δύο άγγελοι που την αναλαμβάνουν στους ουρανούς, οι Απόστολοι κλαίοντες, ο Χριστός με αγγέλους και η ψυχή της Μητέρας του στα χέρια.

Επίσης ο Αρχάγγελος που κόβει τα χέρια του ασεβή Ιεφώνιου, που προσπάθησε να ανατρέψει την επιθανάτια κλίνη, ο αρχιδιάκονος Στέφανος, τέσσερις γυναίκες και οι άγιοι Δαμασκηνός και Κοσμάς με ειλητάρια στα οποία αναγράφονται αποσπάσματα σχετικών οδών.

Οι ωραίες τοιχογραφίες με χτυπημένα τα πρόσωπα και τα μάτια από το θρησκευτικό φανατισμό των Τούρκων στολίζουν όλους τους τοίχους και το Ιερό. Είναι βυζαντινές εικόνες και θεωρούνται έργα του 16ου αιώνα, αν θεωρήσουμε ότι μία επιγραφή δίπλα στον Άγιο Αρσένιο,

στο βόρειο τοίχο, που γράφει «1733 Μιχαήλ Χωματζάς εν Χίω τάχα και Ζωγράφος» αφορούν όλη την εργασία. Κάποιοι όμως ειδικοί εκτιμώντας τες, τις τοποθετούν στον
16ο αιώνα και στη μικρή και δρομική Βασιλική που ήταν ενοριακή του χωριού. Ο Γ. Γούναρης τοποθετεί την αγιογράφηση στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα και αναφέρει ότι ο κύριος ζωγράφος, καλός αλλά όχι αρκετός τεχνίτης, εξαρτάται έμμεσα από την κρητική παράδοση και άντλησε στοιχεία του από το βορειοανατολικό χώρο και ίσως από τον Άθω. Θεωρεί δε υπεύθυνο της αγιογράφησης τον αναφερόμενο Μ. Χωματζά. Οι χριστιανοί, για να σώσουν
τις τοιχογραφίες από το μένος των Τούρκων αναγκάστηκαν να τις καλύψουν με ασβεστοκονίαμα και έτσι επί αιώνες δεν φαινόταν ότι ο ναός ήταν ιστορημένος. Μετά το
1832 ο Μητροπολίτης Ιάκωβος θέλησε να δοκιμάσει, εάν κάτω από τα επιχρίσματα σώζονται οι τοιχογραφίες. Έτσι προχώρησε στην αποκάλυψη μεγάλων τμημάτων μέσα
στο ναό. Από τότε πολλοί αρχαιολόγοι επισκέφτηκαν το Δαμάνδρι, για να δουν τις τοιχογραφίες και αποφάνθηκαν ότι πρέπει να είναι έργα του δέκατου έκτου αιώνα.
Πηγές: -Greek Orthodox Religius Tourism-lykpolichn. sch.gr

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ

Εκφράζεται η άποψη ότι οι τοιχογραφίες είναι έργο δύο διαφορετικών τεχνιτών, δασκάλου και μαθητή. Τεχνοτροπικά παρουσιάζουν άμεση εξάρτηση από την κρητική παράδοση. Το στοιχείο αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αγιογράφοι προέρχονταν από τη Βόρεια Ελλάδα και κυρίως από το Άγιο Όρος. “Η μακραίωνη λάμψη της βυζαντινής τέχνης στη συνείδηση των Ορθοδόξων ήταν καθαγιασμένη και βαθιά συνδεδεμένη με την Ορθόδοξη πίστη και την Xαμένη Bασιλεία, για αυτό δεν ήταν δυνατόν να σβηστεί μετά την Άλωση”, (Ιστορία των Ελλήνων, τοπικό αρχείο). Έτσι μετά την άλωση η αγιογραφία μετατοπίζεται προς τα Βαλκάνια, κυρίως στον Άθω, και απλώνεται στις πόλεις και τα χωριά. Ο επισκέπτης της Mονής βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνολο τοιχογραφιών. Είναι υποχρεωμένος να εστιάσει
την προσοχή του στα κεντρικά πρόσωπα και αυτό γιατί, εκτός ελάχιστων περιπτώσεων, λείπει η τρίτη διάσταση: συνήθως το βάθος είναι σκοτεινό. Πρόκειται για μία συ-
νειδητή επιλογή του αγιογράφου, που θέλει να εστιάσει στη φυσική υπόσταση, στην ανθρώπινη μορφή, στο ανθρώπινο στοιχείο. Τα πλαίσια είναι λιτά και όπου αποδίδεται κάποιος χρωματισμός φωτός δεν είναι σε βάρος του προσώπου. Λείπει κάθε λυρικό στοιχείο είτε πρόκειται για υλικό είτε για προσωπικό, που θα παρέσυρε και θα αποσπούσε την προσοχή του επισκέπτη – πιστού. Παράλληλα οι μετρημένες και ευγενείς κινήσεις, οι στάσεις των προσώπων, τα λεπτά, σχεδόν αποστεωμένα πρόσωπα, δηλώνουν πιστή προσήλωση στη Βυζαντινή αγιογραφία και στο Βυζαντινό ύφος. Πρόσωπα αυστηρά, ήρεμα, σοβαρά με ισορροπία των όγκων, αποπνέουν μία δογματική καθαρότητα. Ο αγιογράφος προσέχει και την πτυχολογία, που είναι απλή και λιτή αλλά δίνει πλαστικότητα στον εικονιζόμενο, απομειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και την αυστηρότητα του προσώπου. Με τις λιγότερες δυνατές γραμμές με μία εκπληκτική γραμμική λακωνικότητα δίνεται η δυνατότητα για περισσότερη ελευθερία έκφρασης. Ο αγιογράφος τελικά επηρεασμένος από την αθωνική ζω-
γραφική ενδιαφέρεται η αισθητική του να είναι απολύτως σύμφωνη με την Ορθόδοξη παράδοση, να είναι δογματικά άψογη, καθώς και σύμφωνη με τις αντιλήψεις και την αισθητική των απλών και πιστών ανθρώπων. Βρισκόμαστεμπροστά σε μία προσιτή, εύκολα αναγνώσιμη, κατανοητή και συνεπώς μία τέχνη που τείνει προς τη λαϊκή τέχνη.
Ο χώρος αλλά και ο διάκοσμος του ναού αναγκαστικά αποσπούν τον επισκέπτη προς στιγμή, μεταφέροντας τον στο υπερκόσμιο, το λιτό και απέριττο, στην ουσία των πραγμάτων. Το τοπίο του ναού είναι επιβλητικό, επιβάλλει την απόλυτη σιωπή και προσήλωση στην εσωτερικότητα, την πνευματικότητα. Αποδίδεται με λιτά μέσα και με τη δύναμη της ψυχής του αγιογράφου η δύναμη της πίστης.

Αναδημοσίευση από το υπ’ αρ. 163 τεύχος του ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι από aflougiblogspot.com

Οι έγχρωμες από https://greekorthodoxreligioustourism.blogspot.com/2018/12/blog-post_19.html