Πού μι πιάνιτι μπαστάρδ΄ να ρίξου!

Από τον Τ. Μακρή

Καταπιάστηκα με την ανάλυση της φράσης και δεν ξέρω πώς θα ξεμπερδέψω μαζί της, γιατί δεν βρίσκω από πού να πιάσω, για να μπορέσω να πλησιάσω το περιεχόμενό της, το οποίο είναι πολυδιάστατο, αλλά και καλά κρυμμένο στα τερτίπια του Λεσβιακού ιδιώματος. Και κάτοχος των Λεσβιακών να είναι κανείς, πάλι δε θα μπορέσει να καταλάβει τη φράση, γιατί οι λέξεις της περιγράφουν μια πραγματική σκηνή της κοινωνικής ζωής του Πολιχνίτου, την οποία, αν δεν έχει ο ίδιος ζήσει, θα πρέπει να την ακούσει ή να την διαβάσει σε γραπτή περιγραφή.

Μετά το 1950 η καθημαγμένη Ελλάδα γλείφοντας τις πληγές της από τον μεγάλο πόλεμο και τον χειρότερο εμφύλιο, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την νέα εποχή προσλαμβάνοντας με δυσκολία τους νεωτερισμούς, που εισορμούσαν με φούρια στις αλαλιασμένες κοινωνίες. Και επειδή αυτά είναι δύσκολες προσαρμογές και χρειάζονται το χρόνο τους, που δεν τον έδιναν οι βιαστικές ιστορικές εξελίξεις, η ύπαιθρος χώρα γεννούσε τερατουργήματα, παραδοξότητες και γελοιότητες πιο πολύ από ανάγκη εκτόνωσης και διασκέδασης.

Κάτι τέτοιο ήταν το πείραγμα, το μπούλιγκ στα αδύναμα, ανυπεράσπιστα άτομα, με ανόητες φράσεις όπως: « φτού σου παλιοχαρακτήρα ! Δε ντρέπεσαι την ηλικία σου;» Σε καβγά ξεστομίστηκε η φράση, άρεσε σε μερικούς και την χρησιμοποίησαν σαν γελοιοποιητικό εργαλείο, το οποίο υιοθετήθηκε αστραπιαία από το ευρύτερο κοινό. Η επίθεση γινόταν συνήθως από ομάδες και κατά τρόπο, που να ενοχληθεί ο στοχευμένος και να αντιδράσει, «να ρίξει» κατά

το Πολιχνιάτικο ιδίωμα. Πάντα φρόντιζε ο επιτιθέμενος να κρύβεται ανάμεσα στα μέλη κάποιας ανάλγητης και αδίστακτης ομάδας, η οποία ανέμενε το αποτέλεσμα για διασκέδαση. Εάν έκανε το λάθος, το θύμα, να αντιδράσει ήταν χαμένος, γιατί και αύριο και μεθαύριο και άλλες ομάδες, όπου τον συναντούσαν, θα τον πείραζαν, έστω και αν είχε σώας τας φρένας. Μερικοί στο χωριό δεν μπορούσαν πια να κυκλοφορήσουν και κλείνονταν στα σπίτια τους. Υπήρξαν και περιπτώσεις μετανάστευσης. Ήταν μια απαράδεκτη συμπεριφορά που όμως ο χρόνος την μαλάκωσε και την έκανε να μοιάζει πια σαν γραφικότητα, όταν μάλιστα τα πραγματικά γεγονότα μετατρέπονταν σε μυθώδεις ιστορίες και γίνονταν ιστορικά ντοκουμέντα, με την συνδρομή της γλώσσας.

Ο μπάρμπα Γιώργης, ο πεταλωτής, ένας πανέξυπνος γεράκος, με τα χέρια πίσω στην πλάτη και την βράκα του να κρέμεται ανάμεσα στα στραβά ……………………………………………και σκεφτικός ανέβαινε τον ανήφορο στο τσαρσί (αγορά) του χωριού μας. Πίσω του μια ομάδα παιδιών, που ξεσήκωναν τα καμώματα των μεγάλων, ακολουθούσε πειράζοντας το γέρο, και ελπίζοντας στην αντίδρασή του : « Φτού σου παλιοχαρακτήρα » . « Δε ντρέπεσαι την ηλικία σου;». Αλλά αδίκως επαναλάμβαναν, πολλές φορές, την επίμαχη φράση. Ο μπάρμπα Γιώργης έκανε πως δεν άκουγε, αλλά σιγοψιθύριζε στον εαυτό του: « Πού μι πιάνιτι, μπαστάρδ’, να ρίξου!» και συνέχιζε τον δρόμο του αδιαφορώντας, δήθεν, για την ενόχληση της παιδοπαρέας. Ο γέρο σοφός είχε βρει το πιο αποτελεσματικό όπλο, που εξουδετέρωνε την κοινωνική ανοησία.

Εμείς, σήμερα, από απόσταση εβδομήντα χρόνων, θαυμάζουμε τη λογική αυτοσυγκράτηση του μπάρμπα Γιώργη, αλλά μένουμε ενεοί και μπροστά στη γλωσσική διατύπωση του γέρου: « πού μι πιάνιτι, μπαστάρδ,’ να ρίξου!» . Τα ρήματα «

πιάνιτι» και «ρίξου» είναι περιεκτικότατοι ιδιωματισμοί, ικανοί να μεταφέρουν τον σημερινό αναγνώστη στο κλίμα εκείνων των κοινωνιών, για να εισπνεύσει την αμόλυντη αύρα μιας αγνής εποχής που και το πιο ανάλγητο πείραγμα είχε την ελαφράδα της διασκέδασης.

Το «πιάνω», στα νεοελληνικά παίρνει πάμπολλες σημασίες ανάλογα με το αντικείμενο στο οποίο μεταβαίνει η ενέργειά του. Στην ντοπιολιαλιά μας και στην παρούσα φράση και σε άλλες ανάλογες μένει ασυνόδευτη από ουσιαστικό και επίθετο και……………….όπως στη φράση: «πιάστηκε κορόιδο». Αν λοιπόν ο γέρος έδειχνε την ενόχλησή του θα συνεργούσε στην πραγματοποίηση των στόχων της ομάδας. Δεν τους έκανε όμως το χατήρι και δεν πιάστηκε κορόιδο.

Aυτή ακριβώς τη διαδικασία αποδίδει το ρήμα «ρίχνω». Σκέτο σημαίνει δείχνω την ενόχλησή μου, αντιδρώ στις προκλήσεις. Όταν συνοδεύεται με άρνηση σημαίνει πως διατηρώ την ψυχραιμία μου, δεν αντιδρώ. Στη φράση μας η άρνηση είναι κρυμμένη στη διατύπωση «πού μι πιάνιτι….» = δε θα με καταφέρετε, δε θα αντιδράσω, δε θα ρίξω…

Ο κάτοχος της ντοπιολιαλιάς μας δεν έχει ανάγκη από άλλες αναλύσεις, ένας ξένος όμως, ή και ένας περίεργος δικός μας, σίγουρα θα διερωτηθεί ποια να είναι η μετάβαση της ενέργειας του «ρίχνου» ; Τι να είναι αυτό που δε θα ρίξου; Στην κυριολεξία του το ρήμα ρίχνει μια πέτρα, ρίχνει τα ζάρια, ρίχνει νερό, ρίχνει μια ιδέα. Εδώ, λες και είναι αμετάβατο και η ενέργειά του δεν πηγαίνει πουθενά. Αυτός, όμως, που το πρωτοχρησιμοποίησε με τη μεταφορική σημασία του, ήξερε τι έκανε και λειτουργούσε καλά το σχήμα λόγου, για να το ενστερνιστούν και οι άλλοι και να μείνει η φράση στο ιδίωμα. Κι επειδή είναι σε χρήση και στους χρόνους μας, η απορία τίθεται σαν κουίζ, μήπως κάποιος ευφάνταστος αναγνώστης

σκεφτεί, ποια να ‘ταν αυτή η λέξη που συνόδευε το ρίχνω και τό ‘κανε να σημαίνει εκνευρίζομαι.

Το λεσβιακό ιδίωμα είναι ακόμα ζωντανό . Μάς προκαλεί με τις χάρες του, όχι μόνο να το κατανοήσουμε και να το μιλήσουμε, αλλά και πιάνοντας τον έντονο ακόμα σφυγμό του να συμβάλουμε στη διαμόρφωση και στην περαιτέρω εξέλιξή του. Φαίνεται πως το μαντείο δεν έβγαλε ακόμη τον καταδικαστικό χρησμό του.