Φώτης Βασίλογλου
Ο μπαρμπα-Βαγγέλης (Γωγής), του «Καπιτανάκ(ι) ήταν πολύ φίλοι με τον πατέρα μας. Λεβεντόγερος με το μαύρο του πουκάμισο και το παχύ του μουστάκι! Με συμπαθούσε πολύ κι αρκετές φορές βρεθήκαμε στην Πλατεία του χωριού- κατά το 2.000, και κάναμε «καλή μπαφίρα». Εξαιρετικός αφηγητής κι η κουβέντα μαζί του πάντα γάργαρη και γλυκιά…

Ο μπαρμπα-Βαγγέλης Γωγής-Καπιτάνιους με τον Παναγιώτη Χατζήμαλλη στον καφενέ του Λουκαριά.
«Αγάντα λοιπόν, αγάντα….».
{Λοιπόν… Κατά του 1955, κουμάκ(ι) πιο ύςτ’ρα πρέπ’ να ήταν, έρχητι ένας άθρουπους ωραίους, «Ξινουφών(ι)ς» (Σωτήρχος) απ’ τα Πλουμάρια, πρόιδρους στου χουριό, τ’ Ακράσ’, κι αγουράζ(ι) απ’ του «Βλουτάρ’»- ντου Μπαλιλή ντου «Χρισταρά» έξ(ι) βόδια. Κατέβ’καν ςντου καφινέ, κουβιντιάζαν, λέν’: «τα βόδια τώρα τα πήραμι. Ποιον θα έβρουμι να τα πάρ’ να τα φέρ’ στ’ Ακράσ’;».
Γιατί δεν είνη μικρή δουλειά!
Να τση κατέβηνα γω… Μι βλέπ’ του «Βλουτάρ’», λέει τ’ Ξινουφών(ι): «Να βλέπ(ι)ς τούτους που κατιβέν(ι) ένη ουραίου παλικάρ’ τση ζουντανός άθρουπους!».
Λοιπόν! Μι καλέσαν, πάου κουντά τους: «τι χαμπάρια καλά-ούλα καλά!».
Μου λέν’: «μπουρείς να πας πέντ’-έξ’ βόδια στ’ Ακράσ’;».
Λέου, άμα μι πληρώνιτι, μπουρώ!
«Πόσα θέλ(ι)ς;».
Λέου, έξ’ κατουστάρια.
Τότι τα κατουστάρια ήταν βαριά! Έπηρνις μ’σό τβάλ(ι) αλεύρ’ πέρσιβγι τσ’ ένα κατουστάρ’! Μι του κατουστάρ’ αυτό ήπιρνις κατό καφέδις, έιδώ ςντου καφινέ! Λοιπόν! Να, η μπαρμπα-Ιρσιώκ’ς, η Στρακής…
Λέει έχου τση γω τρία (βόδια). Δυο μιγάλα τσ’ ένα μ’κρό!
Λέει, η Ξινουφών’ς: «πάμι να τα δούμι!».
Πήγαν τα συμφουνήσαν τα φέρ’ν έιδω μες’ τ’ «Τρακαβέλα» του χουράφ’.
Γίν’καν ιννιά τα ζα! Σανι γίνκαν ιννιά τα βόδια, λέου: γω πηδιά ιννιά τσιφάλια δε μπουρώ μουναχός μ’ να τα πάου στ’ Ακράσ! Ιννιά βόδια φκιάν’ ντόρου μιγάλου!
Να τση πέρνα η «Καραμπέτ’ς» (Λουκάς Αγριτάκης) πά’ σ’ ένα γαϊδουρέλ(ι)!.
Λέου, να! Τούτουν τσακώστι τουν, φουκαράς-φτουχός άθρουπους ένη, τση ‘φτός… Ντουν(ι) τσακών’ λοιπόν, τ’ λέν: «βρε Λουκά, πας μαθέ μι ντου Βαγγέλ(ι) ιννιά βόδια στου Πλουμάρ’, στ’ Ακράσ’;».
Λέει, πάου!
-Τι θέλ(ι)ς;.
Λέει, ένα πηντακουσιάρ’.
-Πιντακόσιις-πιντακόσιις!
-Σύμφουν(ι);
-Σύμφουν(ι)!
Ε, να παγιένουμι! Πήγα γω στου σπίκ(ι) πήρα τρουβαδί κουμάκ(ι) κυρί-ψουμί, ένα ράβ’δου τση κατέβ’κα, να δώσουμι δρόμου!
Σάνι πήγαμι στ’ς Βαλανίδας του λαγκάδ’, ςντου Κάρα Σπήλιου πιο πέρα, μ’ λέει η Λουκάς: «Ξέρ’ς κίπουτας, Καπιτάνιου;».
Τι να ξέρου, Λουκά;
Λέει: «γω δε μπουρώ!».
Βρε αμάν, μαθέ…
Λέει: «δε μπουρώ!».
Τι να κάνου τώρα, γω; Αφού ντουν(ι) «δώκα ντου σβανά μ’ ςντου κυρά», δώκα ντου λόγου μ’!.
Μη στα πουλιουλουγώ, ξικουμπίςτσι ‘φτος, γύρ’σι πίσου. Έφ’γι στου χουριό!
Τι να κάνου, γω; Να πιάσουμι να διρνόμιςτι;
Έκανα τα πικρά γλυκά κι μπρός!!!! Ίσα λοιπόν! Ίσα, ίσα…Δυο τακίμια τα ζα, αμουλαρτά τση του ένα πίσ’ τ’ άλλου! Τα έξ(ι) ήταν απού γκη Λήμνου τση τα τρία π’ έδιουνα! Πια φουνές γω πιτριές, βουλάδις, ράβδου, σανι πήγηνι κανένα να τσαγρίξ’- (να φύγ(ι) απ’ τη πορεία)! Τέκιις ώρις τέρας γίνισι! Αλλιώς πώς θι ντα πας; Αγώνας μιγάλους!
Σαν ιπέρασα γκ(ι) Καλλουνή, τα Μέσα, στου γιουφύρ’ που λεν’ στου Κρυουνέρ’, αφού ήταν 12-13 Αυγούστ’-δεν ήταν παραπάνου, σ’κών(ι) ένα σύννιφου, αγαπητέ Φουτάκ(ι) τσ’ αρχινά μια βρουχή καταρρακτώδης! Ίσα λοιπόν τώρα συ που είση «μπέης», κάνι τι θέλ(ι)ς να κάν(ι)ς!!! Ούδι ντάμ’ εφτού, ούδι κίπουτας!
Α, α, α!!!
Άμα ένη νιος ου άθρουπους! Αγάντα, αγάντα, ίσα-ίσα, λαλούσα, λαλούσα…
Σανι πήγα στα Ριτσνάδκα* έφνα, κουράσ’κα πια, μπαϊλντισα-(έγινα μουσκίδι στον ιδρώτα), πέθανα, ξέρ’ς τι θα πει πέθανα; Πέθανα, ρε πηδί μ’ καλά-καλά…
Τα «Ριτσνάδ’κα», το κτίριο, σε μεταγενέστερη εποχή…
Τα γυρίζου, τα βάζου στα Ριτσνάδ’κα. Τα μάγκουσα, τα βάζου μέσα!
Κάτσα να σκιφτώ τι θα γέν(ι)!
Να κάθισι λόρθους βριμμένους μες σγκη πόρτα στα κασαλίκια…
Δεν είχι ούδι πόρτα να σφαλίγ’ς, ένα παλιόνταμου ήταν.
Τα παναθύρια τα είχαν καμμένα τση τςι πόρτις, ούλα!
Κάτσα καθήμινους έσταζα ακόμα, καλουτσαίρ’ αλλά ζούπα!
Έγιρα κουμάκ(ι) τσμήθ’κα, απουκαμένους…
Μπας περιπτώσ’, ξημέρουσι η μέρα!
Μπρος! Ίσα μπακαλούμ, λάλιμ’!
Ίσα-ίσα, σανι κόντιβγι να βασ’λέψ’ ου ήλιους τα πήγα στ’ Ακράσ’!
«Ούλις οι αμαρτίις, ας πέσ’ν σι μένα!».
Σανι μ’ είδαν λοιπόν έφτου, μ’ λέει η Ξινουφών’ς: «Πού ένη γι άλλους;».
Λέου γω: η άλλους πάιτσι για βρούβις! Γύρ’σι πίσου, τ’ λέγου, του μιτάνιουσι!
Ω, ντου διάβουλου, λέει, για ντου Καραμπέτ’, κι καλά!
Μι πλήρουσι, μ’ δώτσι κάτ’ παραπάνου…
Αντίς να μ’ δώσ’ έξ’ κατουστάρια, μ’ δώτσι ιφτά. Ε, εντάξ’!
Δικαπινταύγουστους αυτοί θέλαν μπιρντέν-αμέσως, να τα πλήσ’ν τα ζα, να τα κόψ’ν, να τα φάσ’. Πάμι λοιπόν είχι καφινέ αυτός, στη Πλατεία, είχι δυο παλ(ι)καρέλια-πηδιά τ’ μέσα, κουσιάρδις πάνου-κάτου…
Ε, είπι η πατέρας τουν, «τούτους είνη η μπάρμπας, που ίφιρι τα ζα…».
Λέου, ρε έχιτι τίπουτας να φάου μαθέ;
Λέν’, έχουμι φασόλια μαυρουμύτ’κα!
Τι φασόλια μαυρουμύτ’κα, λέου γω!
Να βάλουμι , λέν’ κουμάτ’ ξύδ’ να φας…
Τι λέγιτι, βρε πηδιά. Γω πουρπατώ τρεις μέρις τση τρεις νύχτις για να έρθου έιδω!
Να πας τα βόδια απ’ του Μισότουπου στ’ Ακράσ’…
Πας δεν είστι καλά; Ω, Παναγιά μ’, μαθές! Τι έχιτι άλλου;
Αυτοί νηστεύγαν…
Λέου, πάρι του κ(ι)γάνι, ρίξι ένα κόρνεμπίφ, σπάσι τση ουχτώ αυγά τση φέρτα να τα φάγου! Τση ούλις οι αμαρτίις- απού φαγιά μπάντα- ας πέσ’ν σι μένα!!!
Τση κάτσα τση τα έφαγα μι ψουμί μπόλ(ι)κου τση δεν πόμνι κίπουτας!
Ε, ρε πού είν’ τα νιάτα!
Σανι τα ‘φαγα λοιπόν άναψα μια τσιγαριά-δυο, μι πληρών(ι) η Ξινουφών(ι)ς… Ωραίους άθρουπους! Ντουν(ι) αγαπούσαν στου χουριό, είχι κάν(ι) τση πρόιδρους μια διετία…

Ακράσι. Ο Ξενοφών Π. Σωτήρχος με τις δυο κόρες του Θεραπεία αριστερά με την τσάντα και Μαρία δεξιά, την ώρα που φεύγουν για την μακρινή Αυστραλία.) Γιάννης Γεωργ. Κοντέλλης, Φωτογραφικό Λεύκωμα: ΤΟ ΑΚΡΑΣΙ ΛΕΣΒΟΥ, Μυτιλήνη 2007)
Λέγου, τώρα θα φύγου. Νύχτα πια…
Μ’ λέγ’ν, κάτσι να τσ’μηθείς δω. Λέου, θα φύγου!
Ίσα μπακαλούμ…
Κόφτου, γω λοιπόν, πήρα άλλου μουνουπάκ(ι) τώρα. Γιατί σ’ λέου δεν ένη μουνουπάκ(ι) πα στου νησί, πά’ στ’ Μυτιλήν(ι), που λέει η λόγους-που δε το ‘χου πουρπατήξ’, που δε ντου ξέρου! Κυρίους στα μέρ’ τα δ’κά μας!
Κόφτου λοιπόν ‘που τ’ Ακράσ’ τση κατιβαίνου… Άνου Βούρκου, κάτου Βούρκου τση βγαίνου πά’ σ’ ένα ραχόν(ι) μιγάλου, λέγητι Ρουγκάδα.
Έφτου πια τσμήθ’κα…
Σ’κώνουμι σανι γλυκουχάραζι, του προυί, τση πέρνου μπρος τση κατιβαίνου σ’ ένα μέρους… Παντού μι γνουρίζαν, γιατί είμ’ αγαπητός!
Κατιβαίνου λοιπόν στου τσιφλίκ(ι). Έφτου ένας μπάρμπας, κάντου τση λόγιαζι τα πρόβατα, Σαββαδέλ’ς Σταύρους λιγόνταν, ήταν τσιράκ(ι) ςντου Δισπόκ(ι).
Σανι μ’ είδι χάσι ντου νου τ’!
Τηλέφουνου ςντου Δέσπουτα!
Κάναμι φυλακή μαζί! Του ’46 κάναμι φυλακή, ένα βράδ’ μαζί σγκη Καλλουνή τση ντουν(ι) ήβγαλα γω που μέσα! Γω ήμ’ ανυπότακτους απ’ ντου στρατό-εθνοφύλακας ήμ’- είχα τέσσ’ρα μουρά, γκη κουπάν’σα, μι πιάσαν σι έντικα μήνις μι πάν φυλακή… Μι παν’ φυλακή, στου κρατητήριου ντουν βρίσκου μέσα, σκουτουμένους στου ξύλου! Ούτι ντουν(ι) γνώρ’ζα, ούτι κίπουτας…
Τ’ λέγου: «ποιος είση συ;».
Λέει, είμη η Σαββαδέλλ’ς η Σταύρους.
‘Που πού είση μαθές;
Λέει, είμη απ’ του Λισβόρ’!
Ε, τι θέλ(ι)ς έιδω; Γιατί σι κάναν έιδέτς;
Λέει, να γω είχα τα πρόβατα τ’ Δισπόκ(ι) τση ήρθι ένας, αντάρτ’ς ήταν, τση ντουν τάισα τση ντουν(ι) πιάσαν, μι μαρτύρ’σι τση μι πιάσαν τση μι φέραν δω…
Λέου, απάντιχι τση γω θι σι βγάλου απού δω μέσα!
Γιατί, δάσκαλι, μη βλέπ’ς πους είμη τώρα γέρουντας τση τσιουμπανέλ(ι)…
Έχου τση γω τ’ς πουνιράδις μ’! Λέου τ’ χουρουφύλακα, έλα δω!
Λέει, τι θέλ(ι)ς;
Λέου: «να μι βγάλ(ι)ς να κατουρήσου».
Γω δεν ήθιλα να κατουρήσου, νε κίπουτας…
Λέει, φέρι γκη ταυτότητά σ’.
Λέου, να η ταυτότητα βρε πηδί, πάρι κ(ι)!
Σα θέλ(ι) να φύγ(ι) η άθρουπους, του χαρκί θι ντουν(ι) βαστά;
Βγαίνου λοιπόν όξου, τρέχου, είχα δίπλα ένα φίλου: Γιάνν’ς Τσιουμπανέλλ’ς (Τσομπάνογλου)! Κάναμι μαζί στρατιώτις. Είχι καφινείου.

Καλλονή, στο καφενείο του Φωτιάδη, το 1952. Από αριστερά ο καφετζής Γιάννης Τσοπάνογλου –«Γιαννέλ(ι)», Δημήτρης Καλατζής, ο κουρέας Ελ. Δογκουσίδης ο Στέλιος Βουγιούκας-«Κνικνης» και ένας νεαρός άγνωστος. Το καφενείο, ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται το φαρμακείο της Θάλειας Νέμτσα. (Ευχαριστώ πολύ τον φίλο Σταύρο Βαλτά για τις πληροφορίες). Ο Δεσπότης Ιάκωβος, ο από Δυρραχίου.
Τ’ λέγου, βρε Γιαννέλ(ι)! Λέει, τι θέλ(ι)ς;
Λέου, μπουρείς να πάρ’ς στου τηλέφουνου ντου Δισπόκ(ι)** τ’ς Μυτιλήν’ς;
Λέει μπουρώ…
Λέου, θα πληρώσου γω!
Ντουν(ι) παίρν(ι)!
Η τύχ(ι) μ΄’ η καλή, μόνα τση τ’ Σαββαδέλλ(ι), ντουν(ι) πιτυχαίν(ι)…
Παίρνου του τηλέφουνου.
Λέει: τι τρέχ(ι);
Λέγου, άκου να δεις κύριι Δέσπουτα! Εγώ τυγχάνου απ’ του Μισότουπου τση είμη μέσα στου κρατητήριου τ’ς Καλλουνής τσ’ ένη μέσα ο κιαχαγιάς σου ο Σαββαδέλλ(ι)ς τση ντουν σκουτώσαν στου ξύλου!
Τση ποιος είση συ, μου λέει.. Είμι ένα πηδί απού του Μισότουπου τση μι λέν’ Βαγγέλ(ι) Γουγή. Τίπουτ’ άλλου! Μπουρείς να ντουν(ι) βγάλ(ι)ς;
Λέει, ‘φχαριστώ.
Λέγου, κίπουτας!
Συ τρία λιπτά άμα γύρ’σα, έρχητι η χουρουφύλακας…
Λέει: «να έβγει ο Σαββαδέλλ(ι)ς!».
Τση ντουν(ι) ήβγαλι ντου κακόκ(ι)χου όξου!
Ε, σα σ’ κάν’ εϊτέκια χάρ’! …
Σανι μ’ είδι λοιπόν χάσι ντου νου τ’! Ήξιρα γω πους κάντου στου τσιφλίκ, ανταμώσαμι, θυσία γίν’τσι!
Μου λέει, βρε Βαγγέλ(ι) θέλε(ι)ς κίπουτας να πάρ’ς, γιατί δικαπινταύγουστου έχ(ι) απ’ ούλα! Απίδια, σύκα, σταφύλια!
Λέου, κίπουτας δε θέλου. Θα φάου, θα πιω τση θα παγαίνου για του χουριό.
Τση έφαγα, ήπια τσ’ έφ’γα! Γύρ’σα στου χουριό, δώκα σ’ναφλίκ(ι) στη γ(ι)ναίκα τση πήγα ν’ ανιγουρέψου τα πρόβατα. Ντου Καραμπέτ’ ντουν είδα μια μέρα «τ’ διέβασα ένα Βαγγέλιου», κάτ(ι) τσιραμίδια… Καλός άθρουπους, μιρακλής αλλά στη περίπτουσή μας δε μου ξιγίςτσι όμουρφα!
Περιπέτιις, που λες ιστουρίις… Ε, ρε πού ‘ν’ τα νιάτα!
Γιατί τότι είμ’ νέους-παλικάρ’- ήμουνα σβέλτους-λαφρύς άθρουπους!
Γω τ’ς προυβακίνις νύχτα τ’ς έπιανα στου τριχιό (!) όχ(ι) σανι τώρα που «κουρκουκιάναμι», που γιράσαμι τση δε μπουρούμι να σύρουμι ντου γόφου μας…

Ο μπαρμπα-Βαγγέλης Γωγής στην πλατεία του Μεσοτόπου.
Παραπομπές
*«Ριτςνάδ’κα»: Έτσι ονομάζονταν η περιοχή μετά το Κρυονέρι, όπου τελειώνει ο κάμπος Καλλονής-Αγίας Παρασκευής, προχωρώντας προς την Μυτιλήνη. Εκεί παλιότερα μάζευαν τη ρετσίνη τψν πεύκων οι ριτηνοσυλλέκτες του πευκοδάσους. Ο τόπος και το κτήριο ήταν σταθμός όλων όσων τα παλιότερα χρόνια ταξίδευαν με τα πόδια ή με τα ζώα τους από την δυτική Λέσβο προς την πόλη της Μυτιλήνης.
**Ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος, ο από Δυρραχίου γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας το 1878. Μετά την αποφοίτησή του από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, διορίστηκε Μέγας Αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Σμύρνης το 1903. To 1908 εκλέγεται Επίσκοπος Χριστουπόλεως. Εκλέγεται Μητροπολίτης Δυρραχίου το 1911, λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. Το 1925 εκλέγεται Μητροπολίτης Μυτιλήνης, όπου παραμένει μέχρι την εκδημία του το
- Οι τόποι που σημαδεύουν τη ζωή του είναι η Σμύρνη, το Δυρράχιο, η Κορυτσά και η Μυτιλήνη, όπου διακρίθηκε για το πολύπλευρο φιλανθρωπικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και ποιμαντικό του έργο…
Από το βιβλίο του Φώτη Βασίλογλου «Ανισαμνιές… Ιστορίες από τον Μεσότοπο της Λέσβου».
Λίγα λόγια για τον Μεσοτοπίτη Φώτη Βασίλογλου
Ο Φώτης Βασίλογλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Μεσότοπο Λέσβου. Είναι συνταξιούχος δάσκαλος και μένει στην Αργυρούπολη Αττικής Ασχολήθηκε με περιβαλλοντικά προγράμματα, ιδιαίτερα με τον «σχολικό κήπο» και τη διάδοση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Είναι ενεργό μέλος του Συλλόγου Μεσοτοπιτών Λέσβου «η Αναγέννηση», του οποίου διετέλεσε πρόεδρος και υπεύθυνος της χορευτικής ομάδας των «Γλεντιστάδων». Γράφει ανελλιπώς στην εφημερίδα «Μεσοτοπίτικα Νέα» και ασχολείται συστηματικά με την τοπική έρευνα εδώ και 35 χρόνια .
Έχει γράψει 4 βιβλία για το χωριό του τον Μεσότοπο:
-Η τέχνη της καλαθοπλεκτικής
–Η ιστορία των νερών
-Οι νερόμυλοι της Μαλλιόντας και
-«Ανισαμνιές».
Έχει τιμηθεί με επαίνους από την Ακαδημία Αθηνών (Τμήμα Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας) για την κατάθεση δύο ερευνητικών εργασιών, από το Υπ. Παιδείας (Αριστεία και Καινοτομία 2010) και από το Πανεπιστήμιο Πάτρας (2025) για τη συγγραφή βιβλίων στη λεσβιακή διάλεκτο.
Για το ¨Πανόραμα Πολιχνίτου” η συνεργασία με τον αγαπητό και αξιόλογο Φώτη της προσφοράς και της παράδοσης είναι και χαρά και τιμή.