image

Παναγιώτης Καρατζάνος

Εκπαιδευτικός Κολλεγίου Αθηνών

Πάνε χρόνια, δεκαετίες πίσω, τότε που, πέρα από τη Μυτιλήνη, ο κόσμος μου περιοριζόταν στο τρίγωνο Πολιχνίτος – Νυφίδα – Σκάλα. Ο κόλπος μας με τους λόφους που τον περιτριγυρίζουν περιόριζε τον οπτικό ορίζοντα προς το πέλαγος, αλλά γινόταν η αφορμή για το ξεκλείδωμα της φαντασίας μου. Τι να υπάρχει άραγε πίσω από αυτά; Όταν για πρώτη φορά με την παρέα μου πήγαμε με τα πόδια για ψάρεμα στο Μπουγάζι και από την είσοδο του κόλπου, σαν χαραμάδα, αντίκρισα το ανοιχτό πέλαγος, τα χαλινάρια της φαντασίας μου πήγαν να σπάσουν.

Τα χρόνια εκείνα παρατηρούσα αμήχανα όσους, λόγω αναζήτησης δουλειάς ή για τις σπουδές των παιδιών τους, μετανάστευαν στο εσωτερικό ή το εξωτερικό και αναρωτιόμουν πού ακριβώς πάνε. Θυμάμαι κάποιους γάμους που τα κλάματα ήταν ισοδύναμα με αυτά μιας κηδείας, γιατί το κορίτσι θα ξενιτευόταν αμέσως και ήταν άγνωστο το πότε θα ξαναγύριζε. Κάθε καλοκαίρι όλο και κάποιος ελληνοαμερικανός, ελληνοαυστραλός ερχόταν για διακοπές και δειλά δειλά τον πλησίαζα, προσπαθώντας να μάθω πώς είναι τα μέρη που ζει και τι ακριβώς κάνει εκεί. Ταυτόχρονα, μου γεννιόταν η απορία: «Μα πώς τα άφηνε και ερχόταν εδώ, που καλά καλά ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαμε και οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι;» Απάντηση έπαιρνα, αλλά δεν μου ήταν και τόσο κατανοητή.

Με αυτά και με άλλα γεννιόταν το όνειρο για τη «μεγάλη πολιτεία», τα εκτυφλωτικά φώτα του «πολιτισμού» και της προσωπικής καταξίωσης. Αρχές της δεκαετίας του ’80 μόνος με μια βαλίτσα στο χέρι, πρωτοετής φοιτητής, έφτασα στο λιμάνι του Πειραιά. Εκστασιασμένος από τα κτίρια και τα ατέλειωτα αυτοκίνητα αναζήτησα έναν χάρτη, για να δω πώς θα φτάσω στον συγχωριανό που θα με φιλοξενούσε τις πρώτες μέρες. Ο περιπτεράς με κοίταξε περίεργα, αλλά χαμηλώνοντας  το βλέμμα το έπαιξα άνετος και δυνατός.

Το όνειρο ξετυλιγόταν μπροστά μου και σε λίγα χρόνια έφτασε στο απόγειό του. Ήρθε η επαγγελματική καταξίωση, γνώρισα κόσμο και κοσμάκη, έζησα καταστάσεις πρωτόγνωρες και συχνά τιμητικές, αλλά μέσα μου, χρόνο με τον χρόνο, άρχισαν να ξυπνούν αντίστροφα συναισθήματα. Ένιωθα ότι μου έλειπε ο τόπος μου, τα βράχια της θάλασσας που σκαρφάλωνα ξυπόλυτος για να ψαρέψω, τα σπίτια με την αρμονία και το ανθρώπινο μέτρο, η ηρεμία των τοπίων και ο κελαρυστός ήχος της ντοπιολαλιάς μας.

Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ τις εξηγήσεις που μου έδιναν οι ξενιτεμένοι που άφηναν τους ουρανοξύστες και τις πολύβουες λεωφόρους, για να ζήσουν λίγες μέρες στα στενά σοκάκια του χωριού μας ανάμεσα στα λιτά σπιτάκια του.

Το επιστέγασμα όλων αυτών ήταν, όταν επισκεπτόμενος το ιατρείο ενός συγχωριανού μας μεγαλογιατρού, αντίκρισα πάνω από το γραφείο του έναν πίνακα ζωγραφικής.

  • Αυτό μοιάζει με το Μπουγάζι, την είσοδο του κόλπου μας, του είπα.
  • Ναι, αυτό είναι, μου απάντησε. Θέλω να θυμάμαι από που ξεκίνησα.

Αυτός ο αόρατος εσωτερικός μαγνήτης υπάρχει λίγο πολύ σε όλους μέσα μας. Αυτός που μας τραβάει προς τα πίσω και αντιστρέφει το όνειρο. Το μετατρέπει σε όνειρο επιστροφής. Αυτός που δεν μας αφήνει να κάνουμε λογικές συγκρίσεις, αλλά κάνει την ψυχή μας να σπαρταράει, όταν έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής, να ξαναζήσουμε για λίγο στον τόπο μας.