Χριστίνα Καμπισιούλη
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι πλέον νόμος του ελληνικού κράτους. Από την ψήφιση όμως έως την ερμηνεία και την εφαρμογή του απομένει να διανυθεί πολύς δρόμος ώστε να φανεί αν το νέο νομοθέτημα θα αποτελέσει πράγματι μια ουσιαστική νομοθετική μεταρρύθμιση.
Η όλη συζήτηση αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τον Δήμο του αύριο: ως έναν αυταρχικό διοικητικό μηχανισμό περιορισμένων δυνατοτήτων διαχείρισης της καθημερινότητας ή ως έναν ισχυρό, σύγχρονο και πραγματικά αυτοδιοικούμενο θεσμό, κοντά στον πολίτη.
Η ελληνική νομοθεσία που ρύθμιζε θέματα τοπικής Αυτοδιοίκησης για δεκαετίας ήταν “λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένα”. Οι Δήμοι καλούνταν συχνά να λύσουν προβλήματα με εργαλεία που δεν ανταποκρίνονταν στις σημερινές ανάγκες και να εφαρμόσουν σκόρπιες διατάξεις σε νομοθετήματα που περιελάμβαναν μέχρι και βασιλικά διατάγματα.
Η πρόκληση λοιπόν για το νέο κώδικα είναι να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την πολυνομία, τις αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, τη γραφειοκρατία, τις καθυστερήσεις του δημοσίου τομέα και την έλλειψη προσωπικού που δυσκολεύουν ακόμη και τις πιο αποφασισμένες δημοτικές αρχές.
Η πρώτη έκδοση όμως του κώδικα δεν φαίνεται να κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Πολλά ζητήματα φαίνεται να έχουν μείνει εκτός ρύθμισης, σκόπιμα ή μη.
Οι νέες διατάξεις δεν συμβάλουν στην αποκέντρωση. Δεν έρχονται να αντιμετωπίσουν τις ανισότητες μεταξύ των μεγάλων αστικών κέντρων και της υπαίθρου. Δεν έρχονται να δώσουν τα κατάλληλα εφόδια σε κάθε περιοχή ανάλογα με τη μορφολογία της και τις ανάγκες των κατοίκων της, αλλά επιχειρούν οριζόντια να ρυθμίσουν ορισμένα ζητήματα συμβάλλοντας στη δημιουργία υδροκέφαλων πόλεων.
Η πραγματική μεταρρύθμιση στην αυτοδιοίκηση θα συντελεστεί όμως μόνο εάν συνοδευτεί από ουσιαστική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Δημων, τη δυνατότητα να εξασφαλίζονται επαρκείς ανθρώπινοι πόροι, ψηφιακά εργαλεία και, κυρίως, από τον θα επιτευχθεί μία καθαρή και διακριτή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Κράτους, Περιφερειών και Δήμων. Δεν μπορεί να μεταφέρονται συνεχώς νέες ευθύνες στην Αυτοδιοίκηση χωρίς τους αντίστοιχους πόρους και τα μέσα για την άσκησή τους.
Παράλληλα, ο νέος Κώδικας οφείλει να αποτελέσει εφαλτήριο για την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της συμμετοχής. Γιατί ένας ισχυρός Δήμος δεν σημαίνει λιγότερο έλεγχο. Σημαίνει σαφείς κανόνες, αποτελεσματικές διαδικασίες και περισσότερη δημοκρατία.
Μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική οφείλει να κάνει την αποκέντρωση πράξη και να της δώσει όχι μόνο περισσότερες ευθύνες, αλλά περισσότερη εμπιστοσύνη, περισσότερα μέσα και πραγματική δύναμη να αυτοδιοικείται.
Το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από μία απλή αναδιάταξη διατάξεων. Χρειαζόμαστε Δήμους που μπορούν να σχεδιάζουν, να αποφασίζουν και να υλοποιούν και διαδικασίες που εμπιστεύονται τον πολίτη και τον καθιστούν συμμέτοχο της αυτοδιοίκησης.
