Νυγίδα

Το γλυκό πράσινο του πεύκου κυριαρχεί σαν καμβάς στο τοπίο. Κεντίδια πάνω του με το
σταχτοπράσινο της ελιάς και πινελιές με αποχρώσεις του πράσινου από τετραμύθες, πουρνάρια, αγριοσυκές, λεύκες, βάτα, όλα αξεδιάλυτα μπλεγμένα σε μια απέλπιδα προσπάθεια
να αναχαιτιστούν τα πύρινα βέλη του πρωινού ήλιου. Οι ηλιαχτίδες μπερδεμένες μέσα στις πυκνές
φυλλωσιές μετασχηματίζονται άλλες σε φωτεινά λαμπιόνια, άλλες σε γυαλιστερά διαμαντάκια κι
άλλες σε απειλητικές λόγχες φωτός κι όλα μαζί συναγωνίζονται στο στίλισμα της μεγάλης γιορτής,
που είναι το ξημέρωμα του καλοκαιρινού νησιώτικου πρωινού.
Μα είμαστε στι νησί μας; Εδώ ξεγιελιόμαστε και νομίζουμε πως βρισκόμαστε σε ελβετικό
τοπίο, ή τουλάχιστον στην ελληνική Πίνδο με τα φαράγγια, τους γκρεμούς, τους ογκόλιθους, τα
ορεινά πουλιά. Υπάρχουν σε νησί τέτοια τοπία; Δε ξέρω αν υπάρχουν σε άλλα νησιά, μα στο δικό μας
υπάρχουν. Μόλις τώρα το διαπιστώσαμε και ζούμε μέσα σ’ αυτό με όλη την έκπληξη και το θαυμασμό. Το νησί μας τα έχει όλα, μόνο ανθρώπους με περιέργεια δεν έχει, γι’ αυτό μένουν άγνωστα.
Η τριμερής παρέα στριμογμένη στο ακάματο αγροτικό σαραβαλάκι του Γιώργου Πρίμπα, με
τη σιγουριά της γνώσης του κατόχου του του λαβύρινθου των αγροτικών και δασικών δρόμων
ανηφορίζει διασκελώντας το κακοτράχαλο οδόστρωμα και μας μεταφέρει στον εγκαταλειμμένο
ιστορικό οικισμό της Νηγίδας. Πριν από πεντακόσια χρόνια εκεί υπήρχε ζωή. Ίσως να υπήρχε και
πολύ παλιότερα. Τώρα μένουν έρημα, αλλά αρκετά φλύαρα τα ίχνη των τότε ανθρώπων. Ο μόχθος
τους, η πάλη να κρατηθούν πάνω στο γκρεμό του τοπίου, βρίσκοτναι αποτυπωμένα στα χαλάσματα των οικίσκων, που γλίτωσαν από τη λεηλασία για να χτιστούν από μεταγενέστερους αθάνατες
ξερολιθιές.
Τα χρώματα λιγοστά, οι κλίσεις μεγάλες, η ζωή απαιτητική. Ο μόχθος να κυλήσουν τα βράχια,
να γίνουν ανάχωμα στη διαβρωτική μανία του νερού και της βαρύτητας, να ριζώσουν τα φυτά για
να θρέψουν ανθρώπους και ζώα, πρέπει να άρχισε από πολύ παλιά. Εμείς γνωρίζουμε τον οικισμό
από τον δέκατο έκτο αιώνα, τότε που οι κάτοικοί του τον εγκατέλειψαν και μετοίκησαν άλλοι στο
νεοσύστατο Πολιχνίτο κι άλλοι στην έρημη Σάμο για να χτίσουν τους Μυτιληνιούς. Στο χώμα όμως
των χωραφιών βρίσκονται ακόμα άφθονα όστρακα (κεραμίδια) με μεγάλο κάλος, φτιαγμένα στο
χέρι πριν από τον πηλοπλαστικό τροχό. Αυτό παραπέμπει σε εποχές πριν από την τελευταία προχριστιανική χιλιετία. Ίσως η αρχαιολογική έρευνα κάποτε να υποστηρίξει την άποψή μας ότι στο
χώρο ο οικισμός υπήρχε αρχαιόθεν.
Ο Κυριάκος ξετρελαμένος σκύβει, μαζεύει κομμάτια χοντρού κεραμιδιού, βρίσκει και λεπτότερα, κοντινότερης σε μας εποχής, βρίσκει κομμάτια δοχείου με επάλειψη εσωτερική, βρίσκει κομμάτι
επίπεδο με χαραγμένο σχεδιασμό, σπάνιες πέτρες και προσπαθεί να τις μορφοποιήσει, δίνεται
ολόψυχα στην προσπάθεια να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, που εγκατάλειψαν τα έργα τους
κι έφυγαν… Εγω πάλι κόλλησα στις ξερολιθιές, οι οποίες πίστεψα πως είναι πιο φλύαρες. Χτισμένες με σκέτη πέτρα, εμφανώς λεηλατημένης, που υπόσχονται ακόμα μεγάλη αντοχή στο μέλλον,
δείχνουν πως ο χώρος δεν εγκαταλείφθηκε τελείως. Τα λιοτόπια είναι καλλιεργημένα, τα κοπάδια
και οι στάνες εκεί και κάποιοι μερακλήδες έκαναν και ανακαίνιση κτισμάτων. Ο χώρος με την όση
άγρια ομορφιά του δεν είναι απωθητικός, ίσα-ίσα που αποπνέει τη γλύκα των τοπίων, που διαλέγει
ο άνθρωπος να εγκατασταθεί.
Ο Γιώργος, που μας παρέχει εκτός από τη μεταφορά, και έργο ξεναγού, αποδείχνεται θησαυρός. Μας δείχνει ένα δρόμο περίκλειστο απ’ τη μια και την άλλη με ξερολιθιά, που κατηφορίζει
προς την επίπεδη λιόφυτη λαγκαδιά, στρωμένο κατά διαστήματα με πέτρα κατάλληλη για να την
περπατούν άνθρωποι και υποζύγια. Ήταν τότε ο δρόμος επικοινωνίας με χαμηλότερους οικισμούς.
Είναι σήμερα αδιάβατοι, αφού τον έκαναν κατοχή τα πουρνάρια, οι τετραμύθες, τα βάτα. Μας δείχνει τη βρύση και το πηγαίο νερό και τους σωλήνες ακόμα, που αργότερα (από τις αρχές του εικοστού αιώνα) το έφερναν στον Πολιχνίτο. Μας δείχνει το περίεργο πηγάδι, που με σκαλιά κατεβαίνει
κάποιος μικρόσωμος στο βάθος του. Περίεργο πηγάδι, επειδή δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη
χρήση του. Κάποιοι λένε πως χρησίμευε για αποθήκευση τροφίμων, κάποιοι πως ήταν καταφύγιο
του πληθυσμού σε ώρες κινδύνου, άλλοι πως ήταν πραγματικό πηγάδι, που στο νερό του έφθαναν
με σκαλιά. Μας πήγε και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Η εκκλησία, ασκεπής πια τώρα, διατηρεί ακόμα τους τοίχους της και την εσωτερική της διαρύθμιση. Είναι το πείσμα από το οποίο μπορούμε να πάρουμε τις περισσότερες πληροφορίες για
τον οικισμό.
Το μέγεθος του κτίσματος, υπολογίσαμε πως είναι τόσο, ώστε να χωράνε τριάντα με σαράντα
εκκλησιαζόμενοι. Ανάλογος λοιπόν θα ήταν και ο πληθυσμός του οικισμού. Ο ναΐσκος, κτισμένος
με πέτρα δίχως συνδετική ύλη (ξεροτράχαλος), δεν επιδεχόταν καμιάς μορφής θρησκευτική διακόσμηση. Ήταν λιτός, όπως λιτή θα ήταν και η ζωή των Χριστιανών που τον τιμούσαν, δίχως να
υπολείπονταν σε θρησκευτικότητα από άλλους, που εκδήλωναν τα θρησκευτικά τους αισθήματα
σε μεγαλοπρεπή οικοδομήματα. Στο ναό υπάρχει ακόμα και το διαχωριστικό του Αγίου Βήματος,
χτισμένο με ξερολιθιά κι αυτό, σε ύψος περίπου μέτρου, με ωραία πύλη στο κέντρο και τη βοηθητική στα αριστερά. Για τέμπλο υποθέτουμε δε χρειάζεται να συζητάμε. Στο εσωτερικό του Αγίου Βήματος, αριστερά στην ανατολική ξερολιθιά, μια κόγχη για Πρόθεση και στο κέντρο μια μεγαλύτερη,
που υποθέτουμε πως θα ήταν η Αγία Τράπεζα. Σκηνικό απέριττο, ασκητικό.
Αν ο ναός των ανθρώπων εκείνων είχε αυτή την απλότητα, ποιά θα ήταν η ιδιωτική ζωή τους;
Ξέρουμε πως οι άνθρωποι όλων των δογμάτων αφιερώνουν στα ιερά πρόσωπα της πίστης τους
οικοδομήματα πολυτελή και αθάνατα. Τώρα που βλέπουμε ναό χτισμένο με ξερολιθιά και ακατέργαστη πέτρα σιγουρευόμαστε πως αυτές τις δυνατότητες είχαν οι άνθρωποι και πως και τα σπίτια
τους θα ήταν ντάμια. Στον τόπο τους όχι μόνο υλικά οικοδομής δεν εύρισκαν, παρά μόνο σκέτο
πέτρα, αλλά και η μεταφορά τους θα ήταν αδιανόητη.
Διασχίζουμε ένα λιόκτημα και φθάνουμε στο χείλος του γκρεμού, που ενώ φαίνεται απότομος και πολύ ψηλός είναι καλυμμένος με βλάστηση, ικανή να απαλύνει την αγριάδα του. Στο τέρμα
του γκρεμού μια κοιλάδα επίπεδη, είναι άλλος κόσμος. Οργωμένα και κλαδεμένα λιοχώραφα δείχνουν την ημεράδα της σύγχρονης ζωής. Ένα-δυό μικρά σπιτάκια με κεραμίδια βρίσκονται και για
να δέχονται τους δουλευτάδες του χειμώνα. Σε δυό βήματα απόσταση η αντίθεση της εγκατάλειψης και της συνέχειας της ζωής. Αυτή η αβάσταχτη σύγκριση ίσως να ήταν ο λόγος, που οι κάτοικοι
του οικισμού εγκατάλειψαν ομαδικά τον τόπο τους κι όχι οι πειρατικές επιδρομές. Οι πειρατές δεν
ήταν, πιστεύω, ανόητοι να χάνουν τον χρόνο τους με επιδρομές σε τόσο δύσβατο και μικρό τόπο,
που ήταν από την φύση σωστό φρούριο.
Τον δέκατο έκτο αιώνα ο Πολιχνίτος άρχισε να μεγαλώνει έλκοντας τους γύρω οικισμούς.
Την ίδια εποχή οι Οθωμανοί σταθεροποιώντας την παρουσία τους στο Αιγαίο επανακατοίκησαν
την ερημωμένη από πειρατικές επιδρομές Σάμο. Για το σκοπό αυτό μετέφεραν ανθρώπους από
τόπους, που θα ήθελαν να τους εγκαταλείψουν. Ένας τέτοιος θα ήταν και η Νηγίδα. Έτσι, ακόμα
και σήμερα βρίσκουμε στους Μυτιληνιούς της Σάμου επίθετα, που υπάρχουν και στον Πολιχνίτο
και στη Βρισά κι ακόμα ιδιοκτησίες στην εγκαταλειμμένη Νηγίδα, που ανήκουν και σε Βρισαγώτες
και σε Πολιχνιάτες.
Ο ήλιος είχε ψηλώσει, υπερπήδησε τα φυλλώματα και γέμισε τον κόσμο φως και ζέστη Ιουλιανή. Εμείς όμως με τη συντροφιά της σκιάς της ελιάς, του ψίθυρου του πεύκου, το τραγούδι του
τζίτζικα και της πνοής του βουνήσιου αέρα δε νιώθαμε τη ζέστη, δε βλέπαμε τις πυρωμένες ακτίνες
του ήλιου, γιατί ήμασταν ταξιδιώτες στο παρελθόν, πέντε αιώνες πίσω, παρελθόν, που θέλαμε να
το αισθανόμαστε σαν παρόν.
Επιλέξαμε αυτό το απόσπασμα από το άρθρο της καθηγήτριας κας Βιβής Μάρκου,
δημοσιευμένο στο περιοδικό της ΟΛΣΑ, τη δεκαετία του 90, και για τις ενδιαφέρουσες
λεπτομέρης αναφορές στη χλωρίδα του Χωριού μας, αλλά και για την εξαίρετη γλαφυρή
αφήγησή της.
Η περιοχή του Δήμου Πολιχνίτου αποτελεί μια πλούσια και ανεπτυγμένη περιοχή, η οποία
κατά το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από δενρόβια βλάστηση.Απέραντοι ΄΄ Βιότοποι ελαιώνων΄΄, όπως είναι΄΄ ο μεγάλος ελαιώνας΄΄, με πυκνά δάση από ελιές στολίζουν και άσημοπρασινίζουν ολόκληρη την Πολιχνιάτικη περιφέρεια.Η ελιά[Oleaa europaea,οικ.Oleaceae] ,όπως και
στην υπόλοιπη Λέσβο συνεχίζει να είναι και εδώ το βασικό και πρωτεύον δέντρο. Eδώ, στον δήμο
του Πολιχνίτου και μάλιστα στην περιοχή ΄΄Τέμενος΄΄ του Λισβορίου διαπίστωσα ότι υπάρχουν τα
αρχαιότερα ελαιόδενδρα της Λέσβου, τα οποία παρουσιάζουν παμπάλαιους χιλιόχρονους κορμούς.
Η περίμετρος δε ορισμένων από τα δέντρα αυτά φτάνει τα 5 μέτρα.Τα είδη της ελιάς είναι
η αδραμιτιανή, η λαδολιά ή ρουπάδα και κυρίως η κολοβή, η οποία κάνει το καλύτερο λάδι και
παρουσιάζει απέναντι στις διάφορες συνθήκες της διαβίωσής της μεγαλύτερη αντοχή.
ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ
Στην αναφορά της βλάστησης της περιοχής του Δήμου Πολιχνίτου δεν πρέπει να απουσιάσουν τα πάμπολλα αρωματικά φυτά, τα οποία φυτρώνουν και αρωματίζουν τα Πολιχνιάτικα χώματα.Ρίγανη, φασκόμηλο, μέντα, δυόσμος ,φλισκούνι ,μέντα,αγριόδυοσμος,κομπόνυχο,μάλαθρο,
δενδρολίβανο, αψιφιά τα ψηφία ριζοκλαδώνονται σε όλα τα απανεμίσματα των χωραφιών και
των πλαγιών καθώς και στις πεδινές απλωσιές και στις δροσερές ρεματιές .Ακόμα παρουσιάζει η
Πολιχνιάτικη γη ένα μεγάλο αριθμό φαρμακευτικών φυτών τα οποία από αρχαιοτάτων χρόνων
αποτελούσαν τα φυσικά φάρμακα των κατοίκων της περιοχής. Αγριομολόχες διαφόρων ειδών, χαμομήλια ή απειραθούλια ,αψιφιές,φλώμοι,πεντάνευρα,αγριάδες, αητονύχια ,πολύκομπα, αγούδουροι, μελισσόχορτο, αγριοτριανταφυλλιές συναντάς στην άγρια φύση όπου περπατήσεις. Ένα ιδιαίτερο χόρτο που βγαίνει στην αμμουδιά των Αλυκών, το λεγόμενο ΄΄νεφροχόρταρο΄΄ θεραπεύει
διάφορες παθήσεις των νεφρών. Ακόμα λέγεται για το βότανο΄΄ αητονύχι΄΄ ότι κοπανίζοντάς το
και ανακατεύοντάς το με ούζο ή οινόπνευμα παρουσιάζει θεραπευτικές ιδιότητες στην ασθένειά
της αλωπεκίασης.Το ΄΄πολύκομπο΄΄ λέγεται ότι θεραπεύει τη διάρροια των ζώων. Ο δε΄΄ αγούδουρας΄΄ και το΄΄ μελισσόχορτο΄΄ έχουν θεραπευτικές ιδιότητες τις πληγές
Εν αφθονία φυτρώνουν και τα φαγώσιμα χορτάρια.Σβιρνιές, άγρια σπαράγγια, ραδίκια ,γλυκερίδες και πικριτσίδες, ζώχοι,λάπατα,κρίταμα,βοηδοπατήματα, χλωροκούκια, κόλλες, λαψάνες,
κοτσινάδες, καυκαλήθρες, μελήθρες, μόπλευρα,περδικοπερπατήματα,βουδόγλωσσες, του λαγού
τα αυτιά, μολόχες,βυζούσες, ξινόφυλλα, αγκάθια, καρτάλια, αγριοσέλινα, καψορούχνοι ή καψινούθροι,βλήτα,στίφνα,τσομπανίθρες,ή τσομπανούσες γεμίζουν σχεδόν όλη τη διάρκεια του χρόνου και
του φτωχού και του πλούσιου το πιάτο.
Τ. ΜΑΚΡΗΣ
φώτο Κυριάκος Κουκούλας