polikantriotis

Το περίφημο «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» του Μάνου Λο’ί’ζου είναι μέχρι σήμερα από τις διασημότερες μελωδίες της ελληνικής μουσικής και συχνά χορεύεται από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καν την προέλευση της.


Η μελωδία που έγραψε ο αείμνηστος Μάνος Λοΐζος για να «ντύσει» μια από τις πλέον χαρακτηριστικές σκηνές της «Ευδοκίας» του Αλέξη Δαμιανού, μιας ταινίας του 1971, «σφράγισε» το σύγχρονο σινεμά της χώρας και την ελληνική μουσική σκηνή..

Στη σκηνή, σε μια ταβέρνα της Κάτω Κηφισιάς ένας νεαρός λοχίας χορεύει το ζεϊμπέκικο για χάρη της Ευδοκίας, μιας νεαρής πόρνης. Αρχικά, το ζεϊμπέκικο που χόρευε ο ηθοποιός ήταν «Η άτακτη» του Μάρκου Βαμβακάρη, ωστόσο, ένας από τους ηθοποιούς της ταινίας έφερε σε επαφή τον Αλέξη Δαμιανό με τον Μάνο Λοΐζο, οι δυο τους «τα βρήκαν» και ο συνθέτης έγραψε την ιστορική μελωδία.

Αρχικά, ο Λοΐζος ήθελε το τραγούδι να έχει και στίχους, ωστόσο ο σχεδόν μόνιμος συνεργάτης του Λευτέρης Παπαδόπουλος αρνήθηκε (!) να «ντύσει» με λόγια τη μελωδία, λέγοντας στο Λοΐζο ότι «αυτό το πράγμα δεν παίρνει λόγια, δεν υπάρχουν στίχοι να το υποστηρίξουν». Τελικά, το τραγούδι ηχογραφήθηκε ως είχε, με τον Θανάση Πολυκανδριώτη να παίζει με παλιό τζουρά τη μελωδία, ώστε να βγει πιο αυθεντικός ο ήχος.

Όσον αφορά στον χορευτή του «Ζεϊμπέκικου», αυτός ήταν ένας νεαρός οικοδόμος από την Καβάλα, ονόματι Γιώργος Κουτουζής, που μόλις είχε απολυθεί από το στρατό. Ο Δαμιανός τον συνάντησε τυχαία στην Νέα Ερυθραία έξω από ένα καφενείο, να προσπαθεί να αμυνθεί σε έναν καβγά, όπου για να προστατευθεί είχε σηκώσει ένα μηχανάκι στον αέρα, απειλώντας να το πετάξει στους αντιπάλους του. Μόλις είδε τη σκηνή από το αυτοκίνητό του ο Δαμιανός είπε, «αυτός κάνει για τον λοχία». Σημειωτέον ότι εκτός από τον Κουτουζή και η Μαρία Βασιλείου που ερμήνευσε συγκλονιστικά την Ευδοκία, ήταν τότε ερασιτέχνης ηθοποιός.
Ο ίδιος ο Γιώργος Κουτούζης που τον χόρεψε στην ταινία ”Ευδοκία”, θυμάται:
«Η σκηνή του ζεϊμπέκικου, πάντως, γυρίστηκε σε ένα ταβερνάκι στην Κάτω Κηφισιά, στα παλιά σφαγεία, όπως λεγόταν τότε η περιοχή. Ο Μάνος Λοΐζος όχι μόνο δεν ήταν παρών στο ταβερνάκι αλλά ούτε καν ως γνωριμία με τον Αλέξη δεν υπήρχε ακόμα. Το ζεϊμπέκικο που χόρεψα ήταν του Βαμβακάρη, η “Άτακτη”. Μέχρι τότε όλη η ταινία ήταν ακόμα γυμνή από μουσική. Το γνωστό ζεϊμπέκικο το πρωτάκουσα όταν πήγα και την είδα στον κινηματογράφο. Μετά τις λέξεις στο φλιτζάνι “η κορόνα κι ο σταυρός, φυλάξου από τον σταυρό”, είδα τη σκιά του σταυρού του λοχία στο πάτωμα κι έκανε εκείνο το μπάσιμο η μουσική και ξαφνιάστηκα, σχεδόν αναπήδησα από το κάθισμά μου. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ανατρίχιασα με μια παράξενη αίσθηση συγκίνησης. Ήχησε στ’ αυτιά μου ένα από τα ωραιότερα ακούσματα. Αυτός ο ήχος, αυτή η μουσική, με έκαναν να σκεφτώ ότι αν ήταν από την αρχή στα γυρίσματα, το ζεϊμπέκικο θα ήταν διαφορετικό. Ένιωσα ότι έδωσα λίγα, αν και αυτό ήταν το πρώτο της ζωής μου. Θυμάμαι, όταν με ρώτησε ο Αλέξης, “ξέρεις ζεϊμπέκικο, έχεις χορέψει ποτέ;”, του είχα πει “όχι, αλλά θα προσπαθήσω”. Δεν φανταζόμουν τότε ότι αυτό το ζεϊμπέκικο θα το έντυνε ένας μουσικός ύμνος».
Εδώ πια μαθαίνουμε και ότι, όταν χόρεψε στα γυρίσματα, χόρεψε με άλλο τραγούδι και μετά ντουμπλαρίστηκε το τραγούδι του Λο’ί’ζου”.

Και κλείνοντας θέλω να πω το εξής. Είναι ακατανόητο εντελώς αυτό που βλέπω παντού, να χορεύουν ζεϊμπέκικο και να χαμογελούν, να είναι μέσα στην καλή χαρά. Αυτό σημαίνει ότι, δεν ξέρουν τι χορεύουν. Τα ζεϊμπέκικα, σχεδόν όλα, έχουν πόνο, τον πόνο της καθημερινότητας και της ζωής. Πως γίνεται να χορεύεις την ”Συννεφιασμένη Κυριακή” και να μην νοιώθεις τον πόνο των στίχων του Τσιτσάνη;

Ιδού τι είπε ο ίδιος για το τραγούδι: «Τη Συννεφιασμένη Κυριακή την έγραψα με αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το υλικό που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη συννεφιά της κατοχής”. Σηκώνει αυτός ο στίχος χαμόγελα και τσαλιμάκια στην πίστα; Χορεύεις σε ένα τετραγωνικό μέτρο, το βλέμμα χαμηλά στην ”μάνα γη”.

Κυριάκος Μεσσήνης