Σεπτέμβρης μήνας έφτασε,
ανοίξαν τα σχολεία,
και κάπως μύτη έσκασε…
και η μελαγχολία.
Μαζί του συμπορεύεται
κι αργά-αργά φουντώνει,
στον άλλον μήνα που ’ρχεται
θεριεύει και τελειώνει.
Σεπτέμβρη καλωσόρισες,
πρώτε τού Φθινοπώρου,
μέρας και νύχτας όρισες
μάκρος… δωδεκαώρου,
τής «Φθινοπωρινής ως λέγεται
γνωστής «Ισημερίας»
και «Εαρινής» που έρχεται
Μαρτιού ίδιας πορείας!
Νιώσαμε λίγο ανάσαμα
με το δικό σου διάβα,
κάπως λιγάκι δρόσισμα
στην θερινή την λάβα!
Παρ’όλ’ αυτά, βρισκόμαστε
σε δισταγμό όσο να’ναι…
χωρίς φωτιές ευχόμαστε
οι μέρες να περνάνε…
Φοβόμαστε τ’ απρόοπτα,
τών πυρκαγιών τής φρίκης,
και όσο πιο απρόσκοπτα
Σεπτέμβρη μας να φύγεις!
Τα πρωτοβρόχια βιάζονται
ν’ αλλάξουν την εικόνα,
στον ερχομό όλοι νοιάζονται
και πάλι τού χειμώνα.

Οι ελιώνες καταχαίρονται
το ράβδισμα ν’αρχίσει,
σύννεφα να μάς έρχονται
κι η γης να πρασινίσει!
Τι ένατος, τι δέκατος
κι οι δυό τού χρόνου μήνες,
όπως και ο ενδέκατος
φεύγουν και μένουν μνήμες.
Τής Παναγιάς γιορτάσαμε
ως να ’ταν χτες, σκεφθείτε,
κι εδώ το πότε φτάσαμε
μην αναρωτηθείτε.
Ο χρόνος φεύγει κι έρχεται
και τον ακολουθούμε
και όλο επανέρχεται
ως ν’ αποχωριστούμε…

Καλώς-κακώς συντρόφιασμα
οι μνήμες μάς κρατάνε
στού καναπέ το άραγμα
όσο αυτές βαστάνε…
Μα τώρα να, παρήγορα
κρυφά μάς ψιθυρίζουν
που όσο να’ναι… γρήγορα
Χριστούγεννα μυρίζουν»!
Βαγγέλης Χατζημανώλης
